Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Στιγμές~Γιάννης Κουρσιούμης

Στιγμές

Είναι κάτι στιγμές
που περνούν βιαστικές
και μου κλείνουν τη πόρτα

Μου μιλάνε γλυκά
μου "χαϊδεύουν" τ'αυτιά
και μ'αφήνουν σαν πρώτα

Είναι κάτι στιγμές
που περνούν βιαστικές
και μου κλέβουν το αύριο
κι εγώ εδώ...
βλέπω απο 'δώ
τη ζωή μου ναυάγιο

Είναι κάτι στιγμές
που ξυπνούν απ'το χθες
και μου "κλείνουν" το μάτι

Με τραβούν χαμηλά
και μου ρίχνουν ξανά
στις πληγές μου αλάτι

Είναι κάτι στιγμές
που γυρνούν απ'το χθες
κι είχα πεί θα ξεχάσω
μα μένω εδώ...
πάλι εδώ...
ποιά ζωή να προφτάσω?

Είναι κάτι στιγμές
ερωμένες παλιές
όνειρα πεθαμένα

Σε λιμάνια,σε τραμ,σε σταθμούς...
με μπουφάν και μπλου-τζην ξεβαμμένα

Είναι κάτι στιγμές
που περνούν γελαστές
κάτω απο το μπαλκόνι
κι εγώ εδώ...
μένω εδώ...
σαν ακίνητο πιόνι...

Ανατριχίλα~Τόλης Νικηφόρου

από τα χείλη αργά
μακρόσυρτα ως τον λαιμό
τα στήθια ανάμεσα, τους ώμους
μια σκοτεινή ανατριχίλα
ανατριχίλα που κυριεύει το μυαλό
ανάβει τη φωτιά στα γόνατα
ως το μεδούλιι που εισχωρεί
που καίει το δέρμα
προμήνυμα του πυρετού
και της κοφτής ανάσας
μεθοδικά που κορυφώνεται
ποιυ επιταχύνει τον παλμό
ξυνπάει κάθε μόριο στο κορμί
νύχια που ψάχνουν για αίμα
δόντια που ψάχνουν για αίμα
ακόμη πιο βαθιά
πιο δυνατά
ανατριχίλα που γεννάει τον σπασμό
ο ψίθυρος που γίνεται κραυγή, εκτίναξη
γίνεται μούδιασμα, εγκατάλειψη
και σβήνει
από το συλλογή Το μαγικό χαλί, 1980

Μπαλάντα~Βαγγέλης Φίλος

Κι εκεί που απλώνει
η αγάπη να σ’ αγγίξει
χάνεσαι πάλι στην αρχαία
σιωπή σου
Θέλει αρετή να δεις
στο ραγισμένο σου καθρέφτη
ό,τι ανόρθωσες
Μπορεί
ωραία ερείπια
να έστησες πάλι
εκεί που επαίρεσαι
Τι γύρευες εσύ εδώ
στην αγορά
με μόνο εφόδιο τις λέξεις
αυτές που σου ‘μαθε
η μοναξιά να κελαηδούν
πλάνες σοφίες
κι αισθήματα εξόριστα;
Πού πήγες;
Πάλι ηχούνε πένθιμα
όσα καταραμένα
δε μπορείς ν’ ακούσεις
κρύφτηκες;
τώρα που έμαθες να φεύγεις;
Λένε πως είναι αυτό δειλία
εγώ που ξέρω δε σε αδικώ
ό,τι σ’ ανάστησε
μπορεί να σε τελειώσει.
Πού πήγες ποιητή;
πού πήγες;

Β.Φ.

Στο λέω αλήθεια~Μαρίνα Κοντζιάλη

Η απουσία σου,
ο τόπος της γαλήνης μου

Τα κόκκινα σεντόνια στεγνά από κραυγές και αίματα

Τα παράθυρα μέσα στο φως
κι οι γάτες δεν τρομάζουν πια
με τη φωνή σου

Κάτω από τη λεμονιά ένα προς ένα
τα ψέματα σου σέπονται στην κάψα
του μεσημεριού

Αντηχούν και πάλι οι παφλασμοί του σπιτιού

Το τηλέφωνο, φωνή ευλογημένη φίλων
Οι άλλοι, σώπασαν για πάντα μέσα στο
ξεραμένο χώμα

Μόνο η νύχτα ακούει ακόμα τον τριγμό σου
και θλίβεται γι’ αυτούς που δε σε ξέρουν
ή δε σε έμαθαν ακόμα

Ένα κερί μονάχο καίει τις μνήμες κατά το σούρουπο

Ο τόπος της γαλήνης μου,
η ανυπαρξία σου

22_07_11
Μ.Κ.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΦΟΒΟΣ~Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυαΌταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.Μα ποιος θα’ ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;

Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

ΕΡΩΤΙΚΟ~Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ


Β´

Τὰ μυστικὰ τῆς θάλασσας ξεχνιοῦνται στ᾿ ἀκρογιάλια
ἡ σκοτεινάγρα τοῦ βυθοῦ ξεχνιέται στὸν ἀφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρὰ τῆς μνήμης τὰ κοράλλια...
Ὦ μὴν ταράξεις... πρόσεξε ν᾿ ἀκούσεις τ᾿ ἀλαφρὸ

ξεκίνημά της... τ᾿ ἄγγιξες τὸ δέντρο μὲ τὰ μῆλα
τὸ χέρι ἁπλώθη κι ἡ κλωστὴ δείχνει καὶ σὲ ὁδηγεῖ...
Ὦ σκοτεινὸ ἀνατρίχιασμα στὴ ρίζα καὶ στὰ φύλλα
νἄ ῾σουν ἐσὺ ποὺ θἄ ῾φερνες τὴν ξεχασμένη αὐγή!

Στὸν κάμπο τοῦ ἀποχωρισμοῦ νὰ ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν᾿ ἀνοίγουνται ὥριμες, οἱ ἀγκάλες τ᾿ οὐρανοῦ,
νὰ φέγγουν στὸ ἀντηλάρισμα τὰ μάτια μόνο ἐκεῖνα
ἁγνὴ ἡ ψυχὴ νὰ γράφεται σὰν τὸ τραγούδι αὐλοῦ...

Ἡ νύχτα νἄ ῾ταν ποὺ ἔκλεισε τὰ μάτια; Μένει ἀθάλη,
σὰν ἀπὸ δοξαριοῦ νευρὰ μένει πνιχτὸ βουητό,
μιὰ στάχτη κι ἕνας ἴλιγγος στὸ μαῦρο γυρογιάλι
κι ἕνα πυκνὸ φτερούγισμα στὴν εἰκασία κλειστό.

Ρόδο τοῦ ἀνέμου, γνώριζες μὰ ἀνέγνωρους μᾶς πῆρες
τὴν ὥρα ποὺ θεμέλιωνε γιοφύρια ὁ λογισμὸς
νὰ πλέξουνε τὰ δάχτυλα καὶ νὰ διαβοῦν δυὸ μοῖρες
καὶ νὰ χυθοῦν στὸ χαμηλὸ κι ἀναπαμένο φῶς.

Περιμένοντας τους Bαρβάρους-Κ.ΚΑΒΑΦΗΣ


— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

        Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
 στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
        τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
        για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
        τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
 να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
 κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

        Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
        Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
        και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

                               __

 Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
 Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Θύματα του αγνού πνεύματος~Suaddo

Θύματα του αγνού πνεύματος
 Και του Απολλώνειου ενίοτε...
 
Στο όνειρό μου υπάρχει ένα
σπίτι

Στο σπίτι μου υπάρχει ένα

όνειρο

Αν βάλεις τέτοιους κρίκους στη σειρά

και δεν σπάσει ούτε ένας
είναι ικανοί να σε

πνίξουν


*


Κλείνω το φως


η πόρτα ανοίγει σιγά σιγά

και κλείνει με πάταγο
βρίσκομαι αντιμέτωπος με ό,τι ήρθε μέσα

η διαβόητη έμπνευση

καταγραφή κινήσεων στο σκοτάδι

που άλλοτε είναι χορός

άλλοτε κρυφτό
κι άλλοτε φόνος...

*


Όταν βάλεις το λευκό σου φουστανάκι

και χτενιστείς
θα δείχνεις πάλι όπως ήσουν μικρούλα

θα επιστρέψεις νικήτρια ανάμεσα

στους νεκρούς

*


Αναρριχώμαι

κάτι ανάμεσα στο ισορροπώ και στο παρασιτώ

πάντοτε θα βρεθεί ένας τοίχος

αρκετά καταθλιπτικός ώστε να σ' ευγνωμονεί

που τον καταστρέφεις


*


3 π.μ.


τέτοια ώρα που κυκλοφορούν

τα σκουπιδιάρικα
είναι η ώρα
συσκευασίες
σαν κι εμάς
να κρυφτούμε σπίτια μας

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Θρήνος για την Κύπρο~Ευγένιος Ολύμπιος



Διαβαίνουν δύσκολα οι καιροί
όπως στο δάσος οι λιαχτίδες!
Είναι οι χαρές μου πάνω-κάτω
όσες του σκλάβου οι ελπίδες!
Καμιά χαρά,ούτε κι ελπίδα
αφότου τον Αττίλα είδα,
βάρβαρα χέρια,φονικά
γονιούς μου πήραν και παιδιά!
Το δάκρυ μου μοιάζει βροχή
που αδιάκοπα πέφτει και πέφτει
κι όλες οι όψες μου συνάμα
δράματα παίζουν στον καθρέφτη!
Πουλί που στην Ελλάδα πας
μόλις σωσμένο απ' την Κυρήνη,
στα μαύρα σου φτερά αν προκάμεις
πάρε και μοίρασε οδύνη!

[Από την ποιητική μου συλλογή "ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΑ"]

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας~Τάσος Λειβαδίτης (Απόσπασμα)

Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.
Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.

Γράψε λάθος~Κική Δημουλά


Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ΄επανάληψη λες, μ΄ έπιασες να γράφω
συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει
συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
τα δυό μαζί ενώνω - το ζω το αφήνουμε έξω
γιά μετά, αν πετύχει ο συνδιασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.

Είναι μιά πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.
Συνδιασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν
τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

Απ΄τη σκοπιά του καθ΄ ενός η ορθογραφία.

Πάρε γιά παράδειγμα
τι κινητά που γράφεται το ψέμα:
όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον
σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από που ως που

γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.
Ποιός ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση
το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν
και η αοιδός επιθυμία
απ΄ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια

πρωτογράφτηκε λάθος από το θεό

Αμοργός~Νίκος Γκάτσος (απόσπασμα)

Πετᾶτε τοὺς νεκροὺς εἶπ᾿ ὁ Ἡράκλειτος κι εἶδε τὸν οὐρανὸ νὰ χλωμιάζει
Κι εἶδε στὴ λάσπη δυὸ μικρὰ κυκλάμινα νὰ φιλιοῦνται
Κι ἔπεσε νὰ φιλήσει κι αὐτὸς τὸ πεθαμένο σῶμα του μὲς στὸ φιλόξενο χῶμα
Ὅπως ὁ λύκος κατεβαίνει ἀπ᾿ τοὺς δρυμοὺς νὰ δεῖ τὸ ψόφιο σκυλὶ καὶ νὰ κλάψει.
Τί νὰ μοῦ κάμει ἡ σταλαγματιὰ ποὺ λάμπει στὸ μέτωπό σου;
Τὸ ξέρω πάνω στὰ χείλια σου ἔγραψε ὁ κεραυνὸς τ᾿ ὄνομά του
Τὸ ξέρω μέσα στὰ μάτια σου ἔχτισε ἕνας ἀητὸς τὴ φωλιά του
Μὰ ἐδῶ στὴν ὄχτη τὴν ὑγρὴ μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει
Μόνο ἕνας δρόμος ἀπατηλὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν περάσεις
Πρέπει στὸ αἷμα νὰ βουτηχτεῖς πρὶν ὁ καιρὸς σὲ προφτάσει
Καὶ νὰ διαβεῖς ἀντίπερα νὰ ξαναβρεῖς τοὺς συντρόφους σου
Ἄνθη πουλιὰ ἐλάφια
Νὰ βρεῖς μίαν ἄλλη θάλασσα μίαν ἄλλη ἁπαλοσύνη
Νὰ πιάσεις ἀπὸ τὰ λουριὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ᾿ ἄλογα
Ἀντὶ νὰ κάθεσαι βουβὴ τὸν ποταμὸ νὰ μαλώνεις
Τὸν ποταμὸ νὰ λιθοβολεῖς ὅπως ἡ μάνα τοῦ Κίτσου.
Γιατί κι ἐσὺ θά ῾χεις χαθεῖ κι ἡ ὀμορφιά σου θά ῾χει γεράσει.
Μέσα στοὺς κλώνους μιᾶς λυγαριᾶς βλέπω τὸ παιδικό σου πουκάμισο νὰ στεγνώνει
Πάρ᾿ το σημαία τῆς ζωῆς νὰ σαβανώσεις τὸ θάνατο
Κι ἂς μὴ λυγίσει ἡ καρδιά σου
Κι ἂς μὴν κυλήσει τὸ δάκρυ σου πάνω στὴν ἀδυσώπητη τούτη γῆ
Ὅπως ἐκύλησε μιὰ φορὰ στὴν παγωμένη ἐρημιὰ τὸ δάκρυ τοῦ πιγκουίνου
Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο
Ἴδια παντοῦ θά ῾ναι ἡ ζωὴ μὲ τὸ σουραύλι τῶν φιδιῶν στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων
Μὲ τὸ τραγούδι τῶν ληστῶν στὰ δάση τῶν ἀρωμάτων
Μὲ τὸ μαχαίρι ἑνὸς καημοῦ στὰ μάγουλα τῆς ἐλπίδας
Μὲ τὸ μαράζι μιᾶς ἄνοιξης στὰ φυλλοκάρδια τοῦ γκιώνη
Φτάνει ἕνα ἀλέτρι νὰ βρεθεῖ κι ἕνα δρεπάνι κοφτερὸ σ᾿ ἕνα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν᾿ ἀνθίσει μόνο
Λίγο στάρι γιὰ τὶς γιορτὲς λίγο κρασὶ γιὰ τὴ θύμηση λίγο νερὸ γιὰ τὴ σκόνη...

Μ΄ένα τσιγάρο~Γιάννης Στεργιόπουλος

Σ΄είδα μια μέρα τ΄άστρα να πυροβολείς
να κλαίς, να βρίζεις, τον καιρό να προκαλείς
Σ΄είδα μια μέρα μ' άγρια ματιά, φωτιά,
θεούς και δαίμονες να κυνηγάς ξανά.

Όμως κανένας δεν σε θυμάται εδώ,
μοιάζεις σαν νάρχεσαι απ΄όνειρο παλιό
ίσως στιγμές να φέρνεις κάποιες ενοχές
μ΄αμέσως πνίγονται μεσ΄το παρόν κι αυτές.

Είχες αντέξει βράχος μόνος σ΄ερημιά
είπες ακόμα ας περάσει μια χρονιά
είχαν ανθίσει κιόλας γύρω τα κλαδιά
είχαν σκουριάσει τα δικά σου δεσμά.

Δε σε χωρούσαν τόποι καθημερινοί
και βρέθηκες προχθές στου κόσμου τη σκηνή
μ ΄ένα τσιγάρο αναμμένο ξαφνικά
μας ξύπνησες τη νύχτα, μα ποιός κοιμάται πια..

(για τον "τρελό" της Κύπρου)

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Σπουδή στον Π.ΝΤΕ ΛΑ ΜΙΡΑΝΤΕΛΟ-ΡΟΔΑΝΘΗ

Δεν σου έδωσα ούτε πρόσωπο ,
ούτε τόπο που να είναι δικό σου ,
ούτε κανένα ιδιαίτερο χάρισμα ω Αδαμ

έτσι ώστε το πρόσωπο σου ,
...το τόπο και τα χαρίσματα σου
να τα θελήσεις
να τα κερδίσεις
και να τα κατακτήσεις ο ίδιος .

Ή Φύση κλείνει άλλα είδη μέσα σε νόμους
που εγώ θέσπισα.
Αλλά εσυ ,που κανένα όριο
δεν περιορίζει
με τη διαιτησία σου στα χέρια
της οποίας σε εμπιστεύτηκα ,
ορίζεις μόνος τον εαυτό σου .

Σε τοποθέτησα στο κέντρο του κόσμου ,
για να μπορείς
καλύτερα να θωρείς όσα περιέχει ο κόσμος .

Δεν σ' 'εκανα ούτε ουρανιο
ούτε γήινο
ούτε θνητό
ούτε αθάνατο,
ώστε εσύ
μόνος ,
ελεύθερος ,
σαν ένας καλός ζωγράφος
ή ένας άξιος γλύπτης ,
να τελειώσεις
μόνος σου
τη δική σου μορφη .

Π.ΝΤΕ ΛΑ ΜΙΡΑΝΤΕΛΟ

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των  ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-
  μαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη  ανηφοριά  του  μικρού  Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου  έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές  όπου  οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-
  σμαρίνια

- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
 Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
  μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας  προς  τους  γιαλούς  τους  κόλπους  με τα
  βότσαλα
Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Ακουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο  χρόνος γλύπτης των  ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή  ως το κόκκαλο άλλο
  καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Η για να πας καβάλα στο μαϊστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

**LUZ CASAL**- live



Sometimes

Sometimes
I'm in a hurry to catch the time and tell you..
I'm in a hurry to say,
to sing,
to dance,
to read,
to write,
to weep
to be angry,
to ruin,
to solace,
to see the world from a start.
Sometimes
and they are few
I say: I won't catch the time to tell you,
to tell you..."

a poem by Mina Papanikolaou in honor of Luz Casal

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Aκροβατώ, Ανατρέπω, Ανακαλύπτω-Έμυ Τζωάννου

Ακροβατώ στους δρόμους σου

Βουλιάζω στην κόψη του ξυραφιού σου

Εξακριβώνω τις επικίνδυνες παρουσίες σου

Χαράζω την παρουσία μου στο κορμί σου

Ραντίζω την έμπνευσή μου σε άλλες εποχές

Διαγράφω τα ευνοούμενα υπονοούμενά σου

Ξεπερνώ το κακό μας φινάλε

Ακυρώνω τις μεθυσμένες σκέψεις μου

Εγκαταλείπω με ανακούφιση την άρνησή σου

Μετράω τις ρωγμές ανάμεσά μας

Ανιχνεύω τα υδάτινα μονοπάτια της φυγής μου

Υπερβαίνω τις επιθυμίες μου

Ανατρέπω τους τίτλους της μοναξιάς μου

Ανακαλύπτω τα πρόσωπα που αλλάζεις

Απειλώ να στοιχειώνω τους ύπνους σου

Εισβάλλω σ’ άλλα πέλαγα μιας νέας ζωής

Αποσύρομαι απ’ το ψέμα και το δόλο σου

Περιπλανώμαι στις αγάπες του αύριο

Προβλέπω νέο γύρο θριάμβου για μένα

Καταργώ τις μεθυσμένες λέξεις σου

Δηλώνω ότι έπαιζες με κρυμμένα χαρτιά

Αντικρίζω την άβυσσο της τρέλας σου



Λαχταρώ να ταξιδεύω με μελωδική έξαρση

Στεγνώνω τη σκέψη μου για σένα

Χαράζω την οπτασία μου στο βλέμμα σου

Ξημερώνω την αγρύπνια μου σε μια νέα εποχή

Παραβλέπω τη φωτιά που με τύλιξε

Εναποθέτω το βλέμμα μου σ’ άλλες προσδοκίες μου

Νικώ τα απομεινάρια της θύμησής σου

Εκλιπαρώ τη μοίρα μου να αλλάξει μορφή

Εκτοξεύω τη λάμψη μου σ’ άλλα καλοκαίρια

Καταστρέφω τα μολυσμένα φιλιά σου

Τσακίζω τους άδειους κόσμους σου

Διαπερνώ τα λιμάνια της παρόρμησης

Δείχνω στο πρόσωπό μου τα σημάδια σου

Στάζω την πίκρα απ’ τις πληγές μου



Οδηγώ στην απέναντι όχθη

Κατευθύνω τα βήματά μου στην άλλη εκδοχή

Προχωρώ την ζωή μου σ’ ένα νέο αύριο

Το φεγγάρι- Γιάννης Ποταμιάνος

Δυο μαύρα πηγάδια
με κοιτάζουν
Δυο ήσυχα πηγάδια
με σέρνουν στο βυθό τους
M’ ένα βιβλίο αγκαλιά,
χαϊδεύω την κοιλιά σου
Το φεγγάρι καθρεφτίζεται στα ήσυχα πηγάδια σου
Το φεγγάρι βυθίζεται
στα βαθιά πηγάδια σου
Απλώνω τα χέρια μου
να σώσω το φεγγάρι
Και το βιβλίο πέφτει,

κατρακυλάει
Ένας γδούπος
Το πάτωμα γεμίζει λέξεις,
τόνους και πνεύματα
Τα πνεύματα
ανεβαίνουν στο ταβάνι
γίνονται σκιές
Το φεγγάρι μπαίνει
απ’ το παράθυρο
Ναρκισσεύεται στα μάτια σου
Το βιβλίο μπρούμυτα
κλαίει στο πάτωμα
Απ’ τα μάτια του τρέχουν
σπασμένες λέξεις
και ανάπηρα πνεύματα
Χαϊδεύω τον λαιμό σου
Τα μάτια σου
ήσυχα μαύρα πηγάδια
Με κοιτάζει το φεγγάρι
απ’ τα βάθη τους
Και τα πνεύματα χορεύουν
στο νταβάνι
Όμως το φεγγάρι φεύγει
Εσύ φεύγεις
Κι εγώ κοιμάμαι αγκαλιά
με τις μαύρες λέξεις
και τα πνεύματα να σφίγγουν
το λαιμό μου
8 Ιουνίου 2010
Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Περιφορά των αισθήσεων-Τάκης Τσαντήλας

μυημένα τα ποιήματα

ξαγρυπνούνε μαζί μας στο άπειρο

μαζί με εξόριστα κύματα

που αφρίζουν κι εγείρονται

στ' ανοιχτά του πελάγους



πελιδνοί ασκητές απασφαλίζουν

τους κρουνούς των αιώνων

και δονούν με κατάνυξη τα σήμαντρα

των ερειπωμένων σκητών

την ώρα που ιέρειες θύμησες

προπορεύονται στην περιφορά των αισθήσεων

και με φεγγάρι χυτό εισβάλλουν

σ' ουρανούς και λειμώνες



η άνοιξη δακρύζει στους αχούς των ονείρων

στα λουσμένα στο φως της γιορτής αγιασμένα εγκώμια

στην ακολουθία των σφυγμών και των χτύπων

καθώς τα παιδιά με τους λύχνους και τα πύρινα δόρατα

εκπορθούνε την άβυσσο

ραίνοντας με αντίδωρα άνθη

μυροβόλους και απέθαντους έρωτες





Τάκης Τσαντήλας

Η Πάραλος-Θάνος Κόσυβας

Έτοιμη η Πάραλος να ξεκινήσει

μα ο Αίολος κρατά κλειστά τα ασκιά του

κι αρχίζουν οι θυσίες κι οι σπονδές,

μάνες μαυροντυμένες κάνουν χοές

και κόβουν τους βοστρύχους.

Κι η κόρη η σεμνή ανάμεσα στους Ταύρους.

Τα ξίφη λάμπουν μες στο σκοτάδι

από το φως της πανσελήνου.

Μερικές φορές φοβάμαι τα σκοτάδια

το μαύρο τείχος όμως μπορώ να το γκρεμίσω.

Στο πλήρωμα της κι εγώ κωπηλάτης

στο ιερό ταξίδι αναψυχής, ταξίδι της ψυχής.

Δυο χαλύβδινα μπράτσα τυλιγμένα στα σίδερα

κι όταν τα μάτια κλείνω,

δυο χαλύβδινα μπράτσα τυλιγμένα στο σώμα.

Απλώνει τα φτερά του τ’ άσπρο άλογο

πάνω απ’ τα χρυσά σύννεφα.

Δυο μάτια καρφωμένα στα δικά μου μάτια

δυο φτερούγες γύρω από το σώμα.

Καλό ταξίδι!



Ποιητική συλλογή "σ' ελλειπτική τροχιά", 2011

Υστερόγραφο-Ελένη Μαυρογονάτου

΄Ηρθα…

Τόσο καιρό

εναγώνια σε ζητούσα…

Σχεδόν ανέλπιστα…

Σχεδόν…

Ανάβω το τσιγάρο που

δεν πρέπει,

μιλάω με λόγια που

δεν θέλεις ν΄ ακούς,

μέσα σου μπαίνω

με το άλλοθι του ποιητή,

που μπορεί να μπαινοβγαίνει

σε ψυχές κι όνειρα

αλώβητος…

Βράδυ

~μεταίχμιο άνοιξης

και καλοκαιριού...

Άραγε τι κυοφορείς

για μένα μέσα σου;





{εκ των έσω}

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Ένοχές- Γιώργος Μανέτας

Νύσταξες, τ’ αποτσίγαρο στο χέρι σου. Η ώρα, τρεις.
Απομεινάρια οι ενοχές πλάι στων χειλιών την άκρια.
Λευκές οι αισθήσεις. Ψίθυροι σιωπής, μιας προσευχής
...ξόρκιζαν και μυρώνανε κάθε στοιχειό απ’ τα δάκρυα.

Λούζεσαι. Ανθός και νίβεσαι σ’ ένα ξυράφι φως.
Κρεμάστηκε από των χειλιών το φίλημα η ευχή σου.
Χώρεσε ο χρόνος μια ρωγμή και μου ‘γινες σοφός.
Βαρέθηκα τους στοχασμούς και την παράκρουσή σου.

Ξάγρυπνος είμαι. Φίλα με. Προβάρω τ’ απεχθές.
Η φλέβα ράγισε από χθες χολή κι άλλη δεν έχω.
Ζεις μες σε κέλυφος σκορπιού που κατοικούσα χθες.
Ξέρω σημάδι. Ρίξε μου, κι εγώ θα σε προσέχω.

Χίλια στιλέτα το κορμί. Θα σε ντυθώ ξανά.
Εγώ. Που εσένα σκέπασα την άδεια μου τη σφαίρα.
Ξημέρωσε. Ας πληρωθώ. Τα όνειρα ακριβά…
Θέλω, στη μέθη της αυγής. Έλα, μιαν άλλη μέρα…

Γιώργος Μανέτας

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Ασπρόμαυρες φωτογραφίες-Τάσος Σταυρακέλης

Ασπρομαυρες φωτογραφιες.

Κλειδωμενες αναμνησεις

στο ασπρο και το μαυρο

ενος παρελθοντος που χαθηκε

αφηνωντας τα χαμογελα του,

-σφραγιδα για παντα-

σ'ενα μικρο,ασημαντο χαρτι.

Κι εσυ εκει,στο γκριζο φοντο

σαν μερας που βραδιαζει,

σαν μερας που εχαθηκες για παντα

αφηνωντας χαμογελο μισο.



ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΗΣ 4-7-2011

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Πάμπλο Νερούντα

Δε σε θέλω παρά γιατί σε θέλω,
μα απ' το θέλω στο δε σε θέλω πέφτω
κι απ' το καρτέρα, όταν δε σε προσμένω,
περνώ απ' το παγερό στο πυρωμένο.

Σε θέλω μόνο γιατί εσένα θέλω,
σε μισώ μα γι' αγάπη σου προσπέφτω,
κι είν' της αθώας αγάπης μου το μέτρο
σαν τυφλός που αγαπά να μη σε βλέπω.

Το σκληρόψυχο του Γενάρη φέγγος
την καρδιά μου θα σιγολιώσει εφέτος,
ανοίγοντάς μου στα κρυφά το στέρνο.

Μόνος στην ιστορία αυτή πεθαίνω
και πεθαίνω απ' αγάπη αφού σε θέλω,
σε θέλω, αγάπη, ως το αίμα κι ως το τέλος.



ΙΣΩΣ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

'Ισως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι,
χωρίς εσύ να πας να κόψεις το μεσημέρι
σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς
πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,

χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει,
που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,

χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,

και από τότε είμαι γιατί εσύ είσαι,
και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε

Μια εποχή στη Κόλαση-Αρθούρος Ρεμπώ

ΑΝ θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη
γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές καί όλα τα
κρασιά κυλούσαν.
Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος, εσείς θα
διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβύσω από το λογικό μου κάθε
ελπίδα ανθρώπινη.
Μ’ ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ’ όλες
τίς χαρές να τις σπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας,
τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ
στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.
Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.
Ξεγέλασα την τρέλλα.
Κι’ η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλοιο
του ηλίθιου.
Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά,
λέω ν’ αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου
μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
Τό κλειδί αυτό είν’ η συμπόνοια.
Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.
«Θα μείνεις ύαινα…». ολολύζει ο διάβολος :
και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.
«Φτάσε στό θάνατο μ’ όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου,
τη φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα !»
Αχ ! απαύδησα.
Αλλά, Σατανά, φίλτατέ μου, να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές.
Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά.
Ωστόσο, για σάς, τους εραστές της απουσίας του
περιγραφικού η διδακτικού ύφους σ’ έναν συγγραφέα,
για σάς αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από
το σημειωματάριο ένός κολασμένου.

ΑΤΙΤΛΟ- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΛΑΤΩΝ ΔΕΛΤΑ

Σήμερα γυρίζω στον τόπο
Που με πρωτοχαρχάλεψε η ανασα σου!
Κι έκαμε να καίγονται τα σωθικά μου!
Οι αυλές γιομάτες λουλούδια!
Και οι μυρωδιές από γιασεμιά!
Να ανηφορίζουν μέχρι τα πρωτοπετούμενα!
Το λευκό των σπιτιών να υφαίνει συνομοσίες!
Με τοπράσινο των λουλουδιών!
Και οι μπλέ ανταύγιες του Πατραικου΄!
Που έρχονταν απ' το ξέφωτο!
Να λειτουργήσουν στην εκκλησιά, των ματιών σου!
Ημουριά γιομάτη μούρα,και το χρώμα,
που πέρνανε τα χείλη σου,όταν βαφόντουσαν!
Γι΄αυτό σου λέω,
σήμερα τραγουδώ μόνο για σένα!

` Σοφία Παπαδοπούλου

Ήρθα για να περπατήσω στις καυτές κορδελλες
ν αγναντέψω την πάχνη των σιδερένιων αλόγων
να βουλιάξω στο βόμβο του όξινου ποταμού
ν αγγίξω τα γκράφιτι που ανθίζουν στους τοίχους
και να οσμιστώ, πριν γλύψω
τα φύλλα του ιδρώτα στις μύριες ψυχες...

(Α Μαινάδες ξεπροβάλλετε!
ορμήστε γυμνές
πάνω στον άψυχο μαυροφόρο Ορφέα
που γυρίζει πάντα απ τον Άδη!
κομματιάστε την δηλητηριώδη λύρα του
σεις, οι άλλοτε οπαδοί
να καθαρθεί ο δρομος με το στυφό του αίμα)

...Στεφάνι από γέλια να πλέξω στον πιο πικρό
απ΄όλους τραγωδό, Αριστοφάνη

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Ράινερ Μαρία Ρίλκε-Η πέμπτη ελεγεία

Άγγελε ,
Δε μπορεί , θα υπήρχε μια πλατεία άγνωστη μας,
κι εκεί πέρα σ’ ανείπωτο τάπητα επάνω,
οι εραστές θα έδειχναν ό,τι εδώ δε δύνονται ποτέ να κατορθώσουν :
τα τολμηρά σχήματα της καρδιάς στην ανάτασή της,
τους πύργους τους, από χαρά οικοδομημένους,
τις σκάλες τους που για καιρό πολύ,
όπου τα έδαφος πάντοτε έλειπεν, η μια στην άλλη επάνω τρεμάμενες στηρίζονταν μονάχα ,– και μονάχα, μπρος στον κύκλο των θεατών, αθόρυβοι νεκροί, αναρίθμητοι, θα το ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ :
θα ‘ριχναν άραγε αυτοί , τότε, τα στερνά, τα φυλαγμένα πάντα,
πάντα κρυμμένα , που εμείς αγνοούμε,
αιώνιας αξίας νομίσματα της ευτυχίας μπρος στο ζευγάρι
που αληθινά χαμογελά, επιτέλους,
στον τάπητα επάνω τον ησυχασμένο ;

Τζούλια Φορτούνη-Πολυθρόνες

τόσο αναπαυτικές

με το βελούδινο μπράτσο

και την υπεροπτική πλάτη

σαν ξαπλώνουμε πάνω τους

και νωχελικά βυθιζόμαστε

στην πλάνη τους



κι έτσι βολεμένοι και αδρανείς

σχεδόν αποκοιμισμένοι

απομένουμε



ελάφια και τρέχουν τριγύρω

κρύβονται στο δάσος

τρομαγμένα τα λάθη μας



καταρράκτες και κυλούν

πέφτουν στον γκρεμό

ορμητικά τα λόγια μας



και το σαράκι της ψυχής

στο ακέραιο σώμα

αργά αργά

κρυφομιλεί με τη φθορά



αχ! τόσο αναπαυτικές…

πολυθρόνες του χαμού

οι πεποιθήσεις μας

Που πας Θεέ; Καλυψώ Διακίδη

Που πας θεέ
όταν όλα σε προδίδουν.


Που πας,
όταν τυφλός αδειάζεις το σκοτάδι
από μάτια ψέμα
να πλέξεις φως ,
να σκεπάσεις τους μόνους.


Που πας θεέ
όταν το σπήλαιο είναι γεμάτο από την λάμψη σου
μα στην άκρη του πάντα τρέμουν οι εποχές.


Που πας
όταν ανάβει φλόγα πάνω στα γρασίδια που ξάπλωσες
την Αγάπη.


Που πας θεέ
όταν το ξένο είναι δικό σου
και το δικό σου Ξένο..
Που πας,
όταν σωριάζεται και ικετεύει η θλίψη.


Που πας
Θεέ
χωρίς εμένα..KΔ

"Αφέντης του τόσο δα" - Παναγιώτης Α. Φερεντίνος

ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΣ  (ΑΘΗΝΑ)
της Μίνας Παπανικολάου
από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ
*******************************

1. "Αφέντης κι εσύ
του 2,5 Χ 6,5.
Να βγάλεις την οργή σου
το θυμό σου.
Απόγνωση , συγκατάβαση, μιζέρια.
Δικό σου είναι, "γδάρτο".
Αφέντης του "τόσο δα
κι εσύ.."


Μικρά περιθώρια, άπειρος κόσμος, ατέλειωτος καθώς δικός σου είναι. Είσαι ο μόνος ιδιοκτήτης τεσσάρων τοίχων με όσα περικλείουν και είναι ολόδικά σου. Συχνά οι τοίχοι μόνο ακούν κι εκείνοι μόνο γνωρίζουν πραγματικά τις αλήθειες μας. Μα ο Παναγιώτης Φερεντίνος απαιτεί ενδόμυχα την αποκάλυψη των εκδορών.. Των τοίχων; Των δικών του; Αδιάφορο.. Πάντως όλα τα λίγα ή πολλά τα ορίζει.

2. "Στα χαρτόκουτα
Θέλω απόψε να μπω
σ΄ ένα χαρτόκουτο
Αιόλου μεριά.
Είναι γλυκιά η βραδιά,
τίποτα δεν θα πάθω.
...................................
Εδώ να γείρω
κάτω
στο τσιμέντο
συντροφιά στο χαρτόκουτο,
δικιά σου παρέα."

Αιόλου μεριά.. Σκληρός, δυσπρόσιτος κόσμος, άνθρωποι έκθετοι κι εκτεθειμένοι σε χαρτόκουτα.. Ψυχές εύπλαστες πια, αδύναμες να αντιδράσουν σε καθετί.. Μα η βραδιά είναι γλυκιά στην Αιόλου απόψε. Τίποτα δεν θα πάθει χειρότερο ο επισκέπτης. Αρκεί να γείρει για λίγο μαζί σου/της.. Τσιμεντένια όρια συντροφικότητας.. Στην Αιόλου.. Συντροφικότητα του χαρτόκουτου. Εγκλωβισμένοι, κουλουριασμένοι εκεί κι ο κόσμος όλος.

3. «Μ’ ένα σημειωματάρι
Θεμιστοκλέους μεριά
να γράφω ορθός.
Άνθρωποι περνούνε
με κουνάνε
με χτυπούν με ώμο..
Δεν με πονούν..
Άγγιγμα είπαμε..»

Τι καταγράφει το μολύβι του; Σε πολυσύχναστες, αγριεμένες διασταυρώσεις αγγίζει κι αγγίζεται.. Αγγίζει με την αίσθηση του ολόρθου ανθρώπου που παρατηρεί το καθετί. Που επιτρέπει να τον σκουντούν, να τον σπρώχνουν, να τον αγνοούν. Μα με ματιά καθαρή και περήφανη παρατηρεί και καταγράφει τη ζωή εκ των έσω της. Όχι στο Κολωνάκι, ούτε στην Εκάλη αλλά στη Θεμιστοκλέους. Σε αυτούς τους δρόμους ο χρόνος μετράει αλλιώς, καθώς τον μετρούν κι οι άνθρωποι με διαφορετικά μέτρα και τον ζυγίζουν βιαστικοί, μετέωροι κι αδιάφοροι. Έστω κι έτσι, αγγίζουν..

4. «Ένα άσπρο, κάτασπρο Χ
έγραφε η μπλούζα σου
ένα βλέμμα κι έφυγες.
Ξανά φυγή, δεύτερη φυγή
…………………….
Κι η ματιά πίσω
Κοίταγα
Κοίταγα..
Όλη την Πανεπιστημίου κοίταγα.
Μήπως το πλήθος γίνει ξανά εσύ..»

 Χαμένος σε λεωφόρους αναζητά μάτια και ματιές αγαπημένες. Σε κάθε περαστικό, σε κάθε βλέμμα, σε κάθε σχήμα κορμιού, σε κάθε βήμα ιδιότροπα στραμμένο πάνω του. Εκείνο το μπλουζάκι κατέληξε σηματωρός και συρματόπλεγμα.. Με ένα τεράστιο Χ, να λες πως δεν ήταν σύμπτωση κι αδιάφορο στην επιλογή του. Ένα Χ τεράστιο, σαν την αγωνιώδη του αναζήτηση..

5. «Αδιάφορος κόσμος
και πάντα έλεγα
τί θέλω
τί κάνω εδώ.
Βρέθηκες εσύ μια μέρα
κι άλλη
κι άλλη
κι είπα: "Νόημα"

Πασπαλισμένα με αστερόσκονη τα «μαύρα»εσώψυχα, μόνο με μια ματιά αλλάζει ο κόσμος κι όλα αρχίζουν αλλιώς! Το μουδιασμένο κι αδιάφορο πέρασμα από τη ζωή,  κλείνει τα ματωμένα βλέφαρα. Τα ανοίγει ξανά στο «Νόημα» που μόνο ο έρωτας ξέρει να δίνει στα πράγματα. Στη μικρή μαγική λέξη : Μαζί..

Ανακαλύψτε τον Παναγιώτη Φερεντίνο και δείτε μέσα από τα μάτια του έναν κόσμο δίπλα μας κι αντίκρυ..
Καλοτάξιδο
Κατερίνη

4/7/11


Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Αγώνας-Μάγδα Παπαδημητρίου

Το δίκιο χαράζει,
πληγώνει
στα χαραγμένα πρόσωπα
ρυτίδες αμφιβολίας
και απαξίωσης.
Και δεν θα σημάνει  η καμπάνα
τούτες τις μέρες
Ζω για να χαράξω
την ελπίδα στην βρεγμένη  άμμο.
Δεν θα αφήσω εγώ που κρατώ τη πέννα
να γκρεμίσετε μόνοι σας το όνειρο.
Η  ελπίδα για το αύριο
αναγεννιέται στη γροθιά
στο σύνθημα.
Μπορείτε να παλέψετε
Κι ας υπάρχουν οι λιγόψυχοι στο δρόμο σας,
οι θρασύδειλοι,
που έρπουν για δικό τους όφελος.
Μπορείτε να τους νικήσετε
το δίκιο είναι δικό σας’
Η ιστορία μας θυμίζει
τους λαούς που έριξαν αίμα.
Εσείς?
θα κλείσετε τη λέξη
στη φυλακή της ψυχής σας?
Κοιτάτε το σήμερα?
Το αύριο?
Τα παιδιά σας?
Δεν θα αγωνιστείτε γι’αυτά?
Αν κλείσετε τη λέξη Αγώνας
στα μπουντρούμια της ψυχής
το αύριο θα είναι σκοτεινό.

Και δεν θα σας το επιτρέψω!

Αγγελος Πετρουλάκης-Τρίτος Λόγος

Μοίρα μου η αγρύπνια

στις ώρες που εφησυχάζουν οι άδικοι,

στις ώρες που ροχαλίζουν τα βέβηλα στόματα

και το αίμα παγώνει στα οροπέδια του θάνατου.



Μοίρα μου η αγρύπνια,

η ανίχνευση της σιωπής,

η αφή του απέραντου χρόνου.



Με τις ουλές στο πρόσωπο του όνειρου

ολοένα να μεγαλώνουν,

ολοένα να βαθαίνουν,

να καρτερούν ...



Και για απάντηση καμιά προφητεία,

καμιά ονειροπόληση

παρά μόνο εκκλήσεις στον αόριστο χρόνο

στη διαδοχή των εικόνων,

στα ηλιοβασιλέματα που σε ψάχνουν...



Τί θα μας μείνει αγαπημένη

μετά το γκρέμισμα των μύθων;



Τί θα μας μείνει

μετά τις τόσες διασπάσεις;



Μοίρα μας η γνώση

Μοίρα μας η μοναξιά

το ταξίδι...