Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

"Το αίμα του Ποιητή"~ ο Ζαν Κοκτώ για το ομώνυμο έργο του και την Τέχνη

«Ένα από τα χαρακτηριστικά του ονείρου είναι ότι τίποτα δεν μας ξαφνιάζει σε αυτό. Χωρίς να το μετανιώνουμε, συμφωνούμε να ζήσουμε μέσα του με ξένους, τελείως αποκομμένοι από τις συνήθειες και τους φίλους μας».


«Η κάθοδος στο Εγώ, το όνειρο χωρίς ύπνο, ένα σπασμένο κερί που σβήνει, άγνωστο πως, ενώ το μεταφέρει η νύχτα του ανθρώπινου σώματος».


«Με την πρώτη έπεσα με τα μούτρα σε μια δουλειά όπου έπρεπε να επινοώ τα πάντα. Ο σκοπός μου δεν ήταν να κάνω μια ταινία, αλλά ένα ποίημα· να μεταχειριστώ μια μηχανή όχι για να διηγηθώ μια ιστορία, αλλά για να εξομολογηθώ, να πω με εικόνες πράγματα που κατοικούν μέσα στη βαθιά μας νύχτα και παίρνουν μορφή στην άκρη του ονείρου… Οι εικόνες μπαίνουν σε μια σειρά σύμφωνα με την απαρέγκλιτη λογική ενός εσωτερικού κόσμου, εκεί όπου η συμβατική λογική δεν λειτουργεί πια».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~
"Η  Τέχνη λειτουργεί ως το αντίθετο της καταστροφής"
Η καταστροφή, που ενυπάρχει τραυματικά στο καλλιτεχνικό κείμενο, δηλώνεται ως μια δράση αντίρροπη της αιωνιότητας και της αθανασίας. Ως αιωνιότητα δεν νοείται ένας αέναος χρόνος. Αλλά ένας στιγμιαίος τόπος απεραντοσύνης. Μια θάλασσα αδιάστατη. Τέτοια που να εμπεριέχει το σύμπαν στην ολότητά του.
Μια τέτοια απεραντοσύνη συναντάται στην Τέχνη του Cocteau, όπου το καλλιτεχνικό κείμενο δε γνωρίζει περίγραμμα. Και μορφώνεται ως μια δυναμική αντανάκλαση του αναγνωστικού κοινού. Μια συγκοινωνούσα και μη πεπερασμένη αντανάκλαση που αχρονικά, ως καθρέφτης έτερων υπάρξεων, τείνει προς το άπειρο της συμπαντικής ολότητας
πηγή: camerastyloonline.wordpress.com

"Πού πάω με σπάταλο αίσθημα; "~Στρατής Παρέλης

Πού πάω με σπάταλο αίσθημα, σχεδόν
Μ' ασθενική μνήμη, άτσαλος μάστορας
Που λύνει την ζωή του και ποτέ δεν την δένει;

Και ποιός θα είμαι όταν θα πικράνει ο βίος
Και οι φίλοι μου θα φύγουν, ορίζοντας τον δικό τους μοναχικό
Περίπατο μέσα στον κήπο της μελαγχολίας;

Γιατί από το όνειρό προήλθαν όλα:
Τα ποιήματα γράφτηκαν για την σιωπή να ξορκίσουν
Κι εκείνα που είχα αγωνία πολύ να τα πω
Τα πήρα ξαφνικά ο αέρας και πήγανε
μες την αντίρρηση του πουθενά.

Εποχή των βανδάλων, το λιβάνι τους άφθονο-
κόλακες των εξουσιών.

Θέλησα μια σελίδα να γράψω
Κατανοητή από εκείνους που έχουν ακόμα μια θέρμη
στην καρδιά.

Κι όταν θα υπεραπλουστευτούν όλα αξίζοντας έναν απλό θάνατο
Ίσως φανερωθούν τα μυστικά μου
Που δεν τόλμησα ποτέ να στα πω…

                                                                           15.2.2011


Γη των απουσιών~Κική Δημουλά

Κική Δημουλᾶ - Γῆ τῶν ἀπουσιῶν

Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα...

Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἐαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἠσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;

Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.
Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,
ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.
Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.
Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο
στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς
νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις
νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.

Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,
ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,
ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.

Τώρα, θὰ σοῦ ἔχουν πεῖ ὅ,τι εἶχαν νὰ σοῦ ποῦν
Οἱ ἀναδιπλώσεις τῶν κυμάτων
καὶ θὰ ἐπιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ ἄλλη ἅπλα,
ἀλλοῦ γυμνὴ κι ἀλλοῦ ντυμένη μὲ βλάστηση.

Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.
Ὅπου εἶναι θάμνος, πράσινη
ὅπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
ὅπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
ὅπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι ὅπου δαγκώνει ἡ πέτρα, πέτρινη.

Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων ~Κ. Καρυωτάκης~Πληγωμένοι Θεοί



Νεοελληνική ποίηση
Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές 
των αιώνων
Από το ποιητικό έργο του Κώστα Καρυωτάκη
Πληγωμένοι Θεοί
Ερμηνεία/Πρώτη εκτέλεση Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Μουσική Μίκης Θεοδωράκης
Άλμπουμ Κώστας Καρυωτάκης 1984.
Τα πνευματικά δικαιώματα του τραγουδιού ανήκουν στους προαναφερόμενους κατόχους του,και η ηχογράφηση στην ΕΜΙ
The copyright of the song belong to the holders of the above, and recording the ΕΜΙ

Από Θεούς και ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν τους απομένοι
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με (τιμωρίες)* την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού ΄ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή,
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού ΄ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
και αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγικήν απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού ΄ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
(Ποιός άδοξος ποιητής) θέλω να πούνε
(Την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού ΄ναι;)

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Αλφαβητάρι-Πίνδαρος

Α
Στριφογυρνάς εκεί ψηλά
κι ακτινοβολείς στο σύμπαν
κι όλα αρχίζουν να μοιάζουν αλλιώς
έτσι είναι η αγάπη ουράνιο τόξο
στου ουρανού το πέτο
Γίνεσαι αέρας καθαρός
ήλιος φωτεινός
ουρανός πιό γαλανός
κι η αγάπη μας διαυγές ποτάμι

Β
Μαζεύω χρυσή σκόνη
απ'τα αλαργινά αστέρια
τη φέρνω στην αυλή σου
δώρο στην ποίησή σου
και τη σκορπώ
στα δυό σου χέρια
Γ
Πέρασες εμβόλιμα απ'εδώ
ήθελες σε κάποιον
να εξομολογηθείς τον έρωτά σου
κι εγώ ο εμβριθής
τα στήθη σου ιχνηλάτησα
ακούοντας τους κτύπους
της καρδιάς σου
να μάθω από εκείνη
ποιάν περισσότερο
εμένα ή την ποίηση αγαπάς


Δ
Η ομίχλη απόψε έκρυψε όλα τα αστέρια
οι ανυποψίαστοι δουλεύουν στα νυχτέρια
απόψε είναι η νύχτα της καταστροφής
θα μας βοβμαρδίσουν οι άρπαγες της γης

Θα πούνε ψέματα πως τάχα θέλουν να μας σώσουν
από το άγριο καθεστώς
ότι θα φέρουν στη χώρα μας δημοκρατία
μα η αλήθεια είναι πως θέλουν να μας τελειώσουν
ν'αρπάξουν όλο μας το βιός
να εγκαταστήσουν παντού τρομοκρατία

Nazim Hikmet ~ Τα Τραγούδια Των Ανθρώπων



Οποια κι αν ήταν η γλώσσα των τραγουδιών
πάντα την καταλάβαινα..




μιά χάρτινη βαρκούλα στον ορίζοντα
με ολάνοιχτα πανιά
ν'αρμενίζει παντού...
να ταξιδεύει,να σταματάει
και να ξαναρχίζει το τραγούδι της

Μενέλαος Λουντέμης - Ερωτικό Κάλεσμα



Έλα κοντά μου,
δεν είμαι η φωτιά
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια..
Τις σβήνουν οι νεροποντές..
Τις κυνηγούν οι νοτιάδες..


Δεν είμαι φωτιά..


Έλα κοντά μου
δεν είμαι ο άνεμος
Τους άνεμους
τους κόβουν τα βουνά
τους βουβαίνουν τα λιοπίρια
τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί


Δεν είμαι ο άνεμος..


Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητής
π΄ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων


Κι αν θέλεις ,έλα να τ΄ακούσουμε μαζί..
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Τάσος Λειβαδίτης - Ο ποιητής των μεγάλων ονείρων



ΘΑΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΛΕΙΣΟΥΜΕ ΕΙΡΗΝΗ ΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ...

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Εκ Βαθέων - Ν. Λαπαθιώτης (Θάνος Ανεστόπουλος)


"Εκ Βαθέων" του Ναπολέων Λαπαθιώτη


Απαγγέλει: Ο Θάνος Ανεστόπουλους


Λυπήσου με, Θεέ μου, στο δρόμο που πήρα,
χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πώς,
--χωρίς να' χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δένει, και ποιος ο σκοπός!


Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
προτού η νύχτα πάλι βαριά ν' απλωθεί,
ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
ζητώντας εκείνο που δε θα βρεθεί!


Λυπήσου όλα κείνα που πάνε του κάκου,
γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι' αυτό!


Λυπήσου κι εκείνα, λυπήσου και μένα,
--και μένα, που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μια λύση, σε πράγματα ξένα,
που δεν έχουν, Θε μου, καμιά λογική...


Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
λιγάκι να φέξει, μες στα σκοτεινά,
κι αμέσως η μοίρα μού το ξαναπαίρνει,
κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά...


Λυπήσου με, Θεέ μου, στην απόγνωσή μου,
λυπήσου τη φλόγα που μάταια σκορπώ
--λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο και δίχως σκοπό...

Στην έκδοση Φέξη αναφέρεται ότι, σύμφωνα με το χειρόγραφο του ποιητή, γράφτηκε ξημερώματα της 9.1.1930, «μόλις γυρίζω απ' έξω, έξαλλος, μόνος, στην κάμαρά μου». Δημοσιεύτηκε τον ίδιο χρόνο στη Νέα Εστία με τίτλο De Profundis και αργότερα αλλού με άλλους τίτλους. Περιλαμβάνεται ως πρώτο ποίημα στην έκδοση του 1939.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Σύνδρομο-Κοιτάζοντας τον πίνακα του Πικάσο~Κική Δημουλά (απόσπασμα)

Καιρό έχω να μιλήσω για όνειρα
καιρό δεν έχω
όνειρα δεν έχω,
συμμετρική ανέχεια.
Οι ώμοι μου
συμμετρικά πεσμένοι και οι δύο.
Κι ότι αντέχω τέτοια ανέχεια
λέω μην είναι όνειρο.
Μην είναι όνειρο
πως όνειρα δεν έχω.
Όνειρο να ’ναι
κι ας μην γυμνώνει από όνειρα.


Όνειρο να ’ναι,
σπόρος να περιφέρεται στον ύπνο μου
κι έχει ο Θεός για μήτρα.
Το πίνω κι ας μην είναι πόσιμο,
έστω τη λέξη να ονειρεύομαι
και δεν ρωτάω καμιά Εξακρίβωση
αν είναι όνειρο πως όνειρα δεν έχω.

Για να μιλήσει η κάθε Εξακρίβωση
θέλει να πληρωθεί με όνειρα.
Κι όνειρα να πληρώνω
μια ακόμα Εξακρίβωση
δεν έχω.


Η μητέρα μου Ώθηση πέθανε νέα
κι ο πηλός που είμαι, ο πηλός που είμαι,
με πιέζει να σπάσω.
Ως πότε, λέει, θα θυσιάζεται ο θάνατος
για να ζεις εσύ.
Κι όνειρα δεν έχω να πλάσω
πήλινη περιφρούρηση της ύλης μου.


Και τι σημαίνει όνειρο;
Τι δηλαδή δεν έχω;
Θα ’ναι αυτό
που θέλει να ’χει μέσα του ο πηλός
για να μη σπάζει,
θα ’ναι οι τουλπανένιοι επιβάτες
στις τουλπανένιες άμαξες.

Όνειρο σημαίνει
φτερούγα ύπνου από κερί
που ήλιο ερωτεύεται και λιώνει,
φύλλα που θαυμαστά ισορροπούν
σαν να πατάνε σε κλαδιά
ενώ το βλέπεις καθαρά
πως δεν υπάρχει δένδρο,
ν’ ακούς να τραγουδάνε χίλια ναι
απ’ το λαρύγγι του όχι.

Όνειρο σημαίνει
να μην υπάρχουν σύνορα
κι οι βλοσυροί καχύποπτοι φρουροί τους.
Ελεύθερα να μπαίνεις σ’ άνθρωπο
κι ούτε τις ει, ούτε τις οιδε.


Δεν ήρθε κι ένα απόγευμα
που να μη γίνει βράδυ,
να έρθει κι ένα όνειρο
που να μην γίνει άνθρωπος,
να έρθει κι ένας άνθρωπος
που να μη γίνει όνειρο,
τις οιδε, τις ει.


Ξανοίχτηκα πολύ σε ορισμούς
κι είν’ επικίνδυνο να κλαις χωρίς πυξίδα.


Φύλαγέ μου, Θε μου, τουλάχιστον
όσα έχουν πεθάνει.

(ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Το Τελευταίο Σώμα μου, 1981)

Άσε με νάρθω μαζί σου~Γιάννης Λαμπράκης

Άσε με να έρθω μαζί σου

Άσε με να έρθω μαζί σου
Δεν θα ενοχλήσω
Ξέρω είναι κουραστικό το ταξίδι μα ….
...Άσε με να έρθω μαζί σου

Δε θα πιάσω τόπο ..
Αρκεί να φύγουμε μαζί
Αρκεί να μου δείξεις την πόρτα
Αρκεί να ξεφύγω από την νύκτα

Άσε με να έρθω μαζί σου
Ξέρω έχεις ετοιμαστεί
Φόρτωσες τις αποσκευές
Δεν υπάρχει πια χώρος μα …
Άσε με να έρθω μαζί σου

Ήθελα να δω το καθαρό ουρανό
Δεν θέλω να είμαι μια μουτζούρα στον τοίχο
Ήθελα να γίνω ο αέρας που θα μπει από το παράθυρο
Να σε δροσίσει

Παντού μύρισε το καλοκαίρι
κι εγώ ψάχνω ακόμα
τα παλάτια που έκτιζα
τις θάλασσες που ορκιζόμουν πως θα κουρσέψω
τιν πριγκίπισσα που θα ερωτευόμουν
γι αυτό σου λέω …

άσε με να έρθω μαζί σου
όταν ξεκινήσουμε δεν θα πω τίποτα και σε μπερδέψω
μονό επάνω στα αστερία να περπατήσω
στα χνάρια που άφησε ο θεός
όταν δημιουργούσε τη θάλασσα των ματιών σου
και τον ωκεανό της γνώσης σου


θα καταλάβω αν δεν μπορείς
αν δεν γίνεται δεν θα με πειράξει.

κι εσύ το ξέρεις …
αλλά για χάρη στο ζητώ ..
είναι σκληρό το σκοτάδι αν δεν το μοιράζεσαι
άσε με να έρθω μαζί σου
©λαμπρακης γιαννης

Ἀλληλεγγύη-Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ

Εἶναι ἐκεῖ δὲν μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω
μὲ δυὸ μεγάλα μάτια πίσω ἀπ᾿ τὸ κύμα
ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ φυσᾶ ὁ ἀγέρας
ἀκολουθώντας τὶς φτεροῦγες τῶν πουλιῶν
εἶναι ἐκεῖ μὲ δυὸ μεγάλα μάτια
μήπως ἄλλαξε κανεὶς ποτέ του.
Τί γυρεύετε; τὰ μηνύματά σας
ἔρχουνται ἀλλαγμένα ὡς τὸ καράβι
ἡ ἀγάπη σας γίνεται μίσος
ἡ γαλήνη σας γίνεται ταραχὴ
καὶ δὲν μπορῶ νὰ γυρίσω πίσω
νὰ ἰδῶ τὰ πρόσωπά σας στ᾿ ἀκρογιάλι.
Εἶναι ἐκεῖ τὰ μεγάλα μάτια
κι ὅταν μένω καρφωμένος στὴ γραμμή μου
κι ὅταν πέφτουν στὸν ὁρίζοντα τ᾿ ἀστέρια
εἶναι ἐκεῖ δεμένα στὸν αἰθέρα
σὰ μιὰ τύχη πιὸ δική μου ἀπ᾿ τὴ δική μου.
Τὰ λόγια σας συνήθεια τῆς ἀκοῆς
βουίζουν μέσα στὰ ξάρτια καὶ περνᾶνε
μήπως πιστεύω στὴν ὕπαρξή σας
μοιραῖοι σύντροφοι, ἀνυπόστατοι ἴσκιοι.

Ἔχασε τὸ χρῶμα του πιὰ αὐτὸς ὁ κόσμος
καθὼς τὰ φύκια στ᾿ ἀκρογιάλι τοῦ ἄλλου χρόνου
γκρίζα ξερὰ στὸ ἔλεος τοῦ ἀνέμου.
Ἕνα μεγάλο πέλαγο δυὸ μάτια
εὐκίνητα καὶ ἀκίνητα σὰν τὸν ἀγέρα
καὶ τὰ πανιά μου ὅσο κρατήσουν, κι ὁ θεός μου.

Τὸ ἄλογο-Δημήτρης Κοσμόπουλος

Στὸν Μιχάλη Γκανᾶ
Πάλι τὸ γνωστὸ ἄλογο, μαῦρο καὶ λαμπερό, στὸ μικρὸ πάρκο ἀπέναντι, τὴν ὥρα πού, ποιὸς ξέρει ἀπὸ ποιοὺς συμφωνημένο, ἔπαψαν νὰ περνοῦν, λυσσασμένα κύματα, τ᾿ αὐτοκίνητα.
Μὲ κοίταξε μασώντας τὰ πυκνὰ φύλλα τοῦ μεσημεριοῦ καὶ ἔνευε μὲ κινήματα περήφανά της κεφαλῆς του σὰν νὰ μοῦ ἔλεγε: «Θυμᾶσαι;»
Τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι ἔβλεπα μία κατακόκκινη ἀνοιχτὴ πληγὴ στὴν ἀριστερή του παρειὰ καὶ σταγόνες αἷμα νὰ πέφτουν στὸ ταλαίπωρο χῶμα, πάνω σε σκουπίδια καὶ χαρτιά.
Ὅμως τὸ παράπονο τῆς ὑπομονῆς του παλληκαρίσιο, καυτὸ ὅπως ἡ μεσημεριανὴ ἀλκή. Μασώντας αὐτὰ τὰ ἀόρατα φύλλα, μπαίνει στὸν δρόμο κι ἀρχίζει νὰ τὸν διασχίζει ἀποφασιστικά, τὴν ὥρα ποὺ ξεχύνεται, οὐρλιάζοντας, ἡ αὔρα τῆς ἀστυνομίας.
Στὰ μάτια του σπιθίζουν δάκρυα σκληρά, διαμάντια. Κατὰ τὰ ἄλλα, ἀνέβηκα κι ἐγὼ στὸ λεωφορεῖο, μὲ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο, τὴν ὥρα ποὺ τὸ ἄλογο σπάραζε κάτω ἀπ᾿ τοὺς τροχοὺς καὶ μὲ τὸ βλέμμα ἔψελνε τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία.
Αὔριο, ἴσως νὰ τὸ προλάβω.

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Ρηνιώ Παπανικόλα σε προσέχω σαν δάκρυ.m4v


Ποίηση: Ρηνιώ Παπανικόλα
Απαγγελία: Πέμυ Ζούνη

Σε προσέχω σαν δάκρυ μη χάσει το σχήμα του,
τι νομίζεις μας έχει απομείνει καρδιά μου,
μια φούχτα τσαγανόφλουδες.

Σε προσέχω σα δάκρυ μη χάσει το σχήμα του.
-Ξέρεις; Ναι, ξέρεις.
-Εγώ δεν ξέρω.

Κι οι ψαλμωδίες δεν τολμάνε ν' αγγίξουν
τον θόλο τους και χάνεται ο απόηχος.
Αλάτισέ μου το σκήπτρο σου κι αυτή
τη γεύση την έχασα.

Τι νομίζεις μας έχει απομείνει καρδιά μου,
μια αντάρα μες στη θάλασσα.
Ημέρωσέ μου τα κίτρινα, υποφέρω.
Φέρε τη γνώμη σου κοντά μου, εξαφανίζονται.

Τα τζιτζίκια όπως πάντα ξετρελαίνουν τον κόσμο,
ήχος πυκνός και αδιάσπαστος, ήχος παρηγορητικός,
ήχος καθησυχαστικός, ήχος που δεν μας αφορά πια.
Σε προσέχω σα δάκρυ μη χάσει το σχήμα του.

Το τελευταίο αντίο~ Βασίλης Βασιλικός


ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ(ΠΙΕΡΙΑ)-άγνωστοι ποιητές του αιώνα (διορθωμένο άρθρο)



της Μίνας Παπανικολάου

Ο Γιάννης Στεργιόπουλος γεννήθηκε το 1956 στο Λουτρό Ημαθίας, ένα χωριό στη μέση του μεγάλου Κάμπου που αγκαλιάζεται από δυο βουνά, το Πάικο και το Βέρμιο κι απ΄ το μεγάλο ποτάμι τον Αλιάκμονα.
Παιδικά χρόνια φτωχικά μα ευτυχισμένα. Μαθητικά και  γυμνασιακά στο Κεφαλοχώρι, την Αλεξάνδρεια. Αν και με ιδιαίτερη κλίση στα φιλολογικά μαθήματα, το 1974 βρίσκεται κατ΄επιλογήν φοιτητής της Οδοντιατρικής Σχολής του ΑΠΘ.  Ακολουθεί ο  Στρατός, το ιατρείο στην Αλεξάνδρεια και αργότερα στο Καρλόβασι της Σάμου όπου διαμένει για πέντε χρόνια «παίρνοντας από κει τον Αιγαιοπελαγίτικο αέρα του υπέροχου νησιού», όπως λέει.
Από το 1992 έως και σήμερα ζει και εργάζεται στην Κατερίνη, κάτω από το επιβλητικό ίσκιο του Ολύμπου, ακουμπώντας στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Έχει μια οικογένεια αγαπημένη εδώ και τριάντα χρόνια, δύο κόρες και είναι πλέον παππούς μιας «πανέμορφης-πριγκήπισσας»  εγγονής.
Η στιχουργική προέκυψε τυχαία, σαν πρόχειρο διαγώνισμα γραφής συναισθημάτων, σκέψεων, αποριών, αλλά προπαντός « σαν ψυχαγωγική άσκηση ψυχής», ισχυρίζεται. Στην αρχή δείλιασε να εκφραστεί αλλά συνέχισε με αποφασιστικότητα και πείσμα ή καλύτερα με αναίδεια.
Σήμερα, κοιτάζοντας τα γραπτά του που ο όγκος τους πλέον είναι τεράστιος, ανακαλύπτει πως τα αγαπάει πραγματικά και έχει την ανάγκη να τα δει να ταξιδεύουν.

« Βρίσκω όμορφο και σημαντικό, για μένα τουλάχιστον, αυτό το ταξίδι και ελπίζω το ίδιο για τους συνταξιδιώτες μου.
Γιάννης»

Το έργο του, αδημοσίευτο μέχρι στιγμής, χωρίζεται σε δύο μέρη.
Η μία ενότητα περιλαμβάνει τη στιχουργική και η άλλη ενότητα την ποίηση.
Ο ίδιος διατείνεται πως δεν είναι ποιητής ούτε στιχουργός. Επιμένει πως απλά καταθέτει τα αποστάγματα της σκέψης του στο χαρτί, όταν εικόνες και μνήμες , σαν ταινία περνούν μπροστά από τα μάτια του. Συχνά επηρεάζεται από έναν ήχο, ένα τραγούδι, μια μελωδία, μια λέξη. Ενθυμήματα άλλων εποχών που ξεπροβάλλουν μέσα από σκηνές θεατρικές, αίθουσες κινηματογραφικές, ταινίες
Διαχρονικά, δεν έχει εντοπιστεί πως ενεργοποιείται η έμπνευση. Πολλά έχουν λεχθεί γι΄ αυτήν μα σταματούν μπροστά στη μαγική στιγμή της «γέννας», της αποτύπωσης στο μέσο που την αναδεικνύει. Ο ίδιος ξαφνιάζεται όταν αυτό το «κάτι» τον συνεπαίρνει και τρομάζει όταν τον εγκαταλείπει προσωρινά.
Η θεματολογία του Γιάννη Στεργιόπουλου ποικίλει εντυπωσιακά, αν και οι πυλώνες ήταν πάντα σταθεροί.

Αγάπη

Μόνο εσύ κι εγώ

Έκρυψα πολύ βαθιά
μέσα στην καρδιά μου,
όσα απ' τ' όνειρά μου
φαίνονταν τρελά.

Έκλεισα με κλειδαριά
κάθε επιθυμία,
μα σε τρικυμία
βρίσκομαι ξανά.

Είχα φίλο τον καιρό,
συντροφιά μου εμένα,
τα πανιά δεμένα,
δίχως προορισμό.

Ηρθες σαν τον κεραυνό,
σαν την καταιγίδα,
στην κρυφή μου ελπίδα
π' άρχισε χορό.

Τόσα χρόνια η μοναξιά,
μόνη μου παρέα,
έμοιαζε ωραία,
μα όλα ακίνητα.

Αεράκι δροσερό
φύσηξε μια μέρα
κι όλα πήγαν πέρα,
μόνο εσύ κι εγώ.


Έρωτας

Ο ανήφορος του έρημου, του έρωτα

Τα αντικριστά τα σπίτια
καθισμένα στριμωχτά,
ένας δρόμος τα χωρίζει,
μα δεν κρύβει μυστικά.

Τα ανύπαντρα κορίτσια
περιμένουν στη σειρά,
για να βγάλουν εισιτήριο,
για ταξίδια μακρινά.

Οι στολές με τα σιρίτια
έχουν ξεθωριάσει πια,
μέσ' τους κύκλους τους καμένους,
ξαπλωτά αγάλματα.


Ξεκινάει σιγά τ' αγέρι
απ' τον κήπο τον παλιό,
η αυλαία πάλι ανοίγει,
το έργο ίδιο και γνωστό.

Είν' ο ανήφορος του έρημου,
του έρωτα, βουνό,
με βουβή φροντίδα η νύχτα
αγκαλιάζει τον καημό.

Αντιγόνη, Ιουλιέτα, Μάρθα,
πιάστε όλες το χορό,
μάλλον είναι ο τελευταίος,
ο σπασμός, πριν το χαμό.

Ρομαντικός ανεπανόρθωτα πια, χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν μικρά πινέλα στην προσπάθειά του να αποδώσει όσο ευκρινέστερα μπορεί το βαθύτερο νόημα των σκέψεων, χρωματίζοντας τα βαθύτερα συναισθήματα με κάθε χρώμα της προσωπικής του παλέτας.

Θάνατος

Τέλος εποχής

Ήθελα μια μέρα να μπω στην αρχή,
δυνατός να γίνω, πάντοτε να δίνω,
κάποιος όμως μου είπε δεν είν' η στιγμή,
Τέλος εποχής, τα φτερά μου κλείνω.

Άλλη μέρα πάλι μέσα στη ζωή,
ήθελα μια αγάπη νάρθει να με πάρει,
όλα να τα δώσω, σώμα και ψυχή,
Τέλος εποχής, γέλασες με χάρη.

Πλέκω παραμύθια, πίσω μου τ' αφήνω,
λέω την αλήθεια, το κουβάρι λύνω,
στα τεφτέρια πούχω τη ζωή μου σβήνω,
εκτός εποχής πάντοτε θα μείνω.


Ζωή

Δεν είναι αργά

Κάποτε τα όνειρα κρύβαν τα βουνά,
ήτανε πολύχρωμα μάτια λαμπερά,
χτίζανε κάστρα, ένωναν καρδιές,
τρυφερές αγάπες καλοκαιρινές.

Τώρα πια τα όνειρα γίνανε βαριά,
σέρνουνε μαζί τους περιττά κιλά,
μπλέξαν με ορμόνες, πάθη κι εντολές,
ναρκωμένες έγνοιες καθημερινές.

Όταν φθάνει ο χρόνος νάναι αρχηγός,
πνίγεται η ανάσα, φεύγει ο ρυθμός.
Τότε πια τα όνειρα γίνονται καπνός,
μοιάζει η ζωή μου σκοτεινός βυθός.

Πιάσε μου το χέρι, μόνος δεν μπορώ,
να γυρίσω πίσω, πιο καλά να δω,
που να έχω αφήσει όπλα και καρδιά,
προλαβαίνω ακόμα, δεν είναι αργά.

Αποτολμά να καταπιαστεί με κάθε έκφανσή της κι αυτό είναι ζωή και ανάδειξη των ερεθισμάτων που τον παρασύρουν να «εκτεθεί».

Ελευθερία

Διαμάντια στα μάτια

Σπίτια γεμάτα εικόνες
πεσμένες, τσαλαπατημένες,
πικρά απομεινάρια της ζωής.
Χρόνια φευγάτα από μνήμες
σβησμένες, αποτραβηγμένες
στον κήπο ζαρώνουν της σιωπής.

Σαν διαμάντια στα μάτια
μέσα λάμπουν και τα φωτίζουν
κι απ' τη λάμψη αυτή
φωτιά ανάβουν και συνεχίζουν στα τυφλά.
Τα διαμάντια απ' τα μάτια
έρχονται επάνω και λαμπυρίζουν
με καυτά δάκρυα
να βάψουν επεισόδια μ' άσπρη μπογιά

 Είναι σαφής και ξεκάθαρος στη στιχουργική του, συμβολικός και αφαιρετικός στην ποίησή του. Τεχνική δύσκολη σε κάθε περίπτωση που αγγίζει το χρόνο και το στόχο στα όριά του.
Μιλάει ξεκάθαρα κι αφουγκράζεται σαν παιδί τους ψιθύρους των κυμάτων, τις κραυγές των απεγνωσμένων, τη λαμπρότητα των συναισθημάτων των ερωτευμένων, την απογοήτευση των θλιμμένων.

Εκφράζεται ηρωικά διακείμενος προς το αύριο και τη μοίρα. Θέλει να την καθορίζει ατρόμητα με κάθε κόστος:

Το πέταγμα

Πριν απ' τον πυροβολισμό,
πριν από την σκανδάλη,
με τ' όπλο στην αγκάλη,
να σημαδεύω στο χορό.

Να σημαδεύω στο χορό,
που πρώτος το 'νε σέρνω,
τ' άσπρο μαντήλι παίρνω,
στο πέταγμα να κρατηθώ.

Στο πέταγμα να κρατηθώ,
τον ήλιο να τον φθάσω,
για να τον προσπεράσω,
να μ' έχει εμένα οδηγό.

Να μ' έχει εμένα οδηγό,
στον δρόμο το μεγάλο,
σημάδια για να βάλλω,
να τα 'χω για το γυρισμό.

Να τα 'χω για το γυρισμό,
σαν είναι να πεθάνω
και στο χορό επάνω,
μόνος να πυροβοληθώ.

 Στην «Αληθινή Απολογία» με λόγια απλά και ρητά αγγίζει το απλησίαστο όνειρο εκείνο που από μακριά μόνο προσεγγίζει μέχρι χθες. Ανακαλύπτει πια τον τρόπο που τον λυτρώνει και δεν είναι άλλος από την παραδοχή του λάθους κατά τη λήψη της απόφασης της εγκατάλειψης. Η ενοχή του στην απολογία του διαφαίνεται από τον στίχο: « διάλεξα να ζω» αν και θάθελε να είναι όλα αλλιώς στη μετάνοια της αγαπημένης.

«..Σε ψάχνω απόψε μήπως μ΄ανταμώσεις
Έστω και λίγο από μακριά για να σε δω
Δεν θέλω, ούτε που μπορείς για να με σώσεις
Τέλειωσαν τα παζάρια κι οι εκπτώσεις
Την καταδίκη μου βουβά θ΄ αποδεχθώ
Για όλα ένοχος μονάχα είμαι εγώ.

Μεσ’ των ονείρων τις κατασκηνώσεις
Μαζί σου έφθασα
Και διάλεξα να ζω..» (απόσπασμα)

Στο ποίημα « Θέλω νάρθει κάποια μέρα» συναντά ονειρικά την επιστροφή της. Το ασυνείδητο αποτυπώνει στο ενσυνείδητο εικόνες ελπιδοφόρες. Θα έλεγα: τρόπος να κρατηθείς; Έστω..

«..Ξέρω
Θάρθει κάποια ώρα
Που δεν θάχεις να σταθείς
Κι όπως θάσαι πληγωμένη
Θάρθεις για να γιατρευτείς.
Θέλω νάρθει κάποια μέρα
Να πονέσεις, να χαθείς
Κι όπως θα γυρνάς χαμένη
Νάρθεις πίσω να με βρεις..» (απόσπασμα)


Στο ποίημα «Όταν ήμουνα μικρό παιδί» ως επίμετρο ζωής, σε έξι στροφές, περικλείει όλα όσα τον οδήγησαν ως εδώ ή καλύτερα, τα οδήγησε καθώς απ’ όλο του το έργο είναι ξεκάθαρο πως είναι ο ίδιος και ήταν πάντα ο οδηγός κι ο αποκλειστικός υπεύθυνος κάθε διαδρομής στον κόσμο .

«…Όταν ήμουν μικρό παιδί
Πριν ενάμιση εκατομμύριο χρόνια
Τα σημάδια τα μαύρα στην ψυχή
Τα σκεπάζαν κοντά παντελόνια…
……………
Απολαμβάνω τις σκιές
Από κορμούς δένδρων παλιών ξεφλουδισμένων
Και σε θεόρατες οθόνες μαγικές
Μεταμφιέζω τις στιγμές π΄ ακόμα μένουν.» (απόσπασμα)

Νομίζω πως η ποιητική του δεινότητα διαφαίνεται σ΄ ένα πρόσφατο ποίημά του, το οποίο ξεχώρισα και είναι ο λόγος που επανέρχομαι με συμπληρωμένο άρθρο. Εδώ οι εικόνες και τα συναισθήματα είναι ξεκάθαρα καθώς σαφής και ξεκάθαρη είναι η  αφήγηση, η απογοήτευση, η θλίψη, η παραδοχή, η απώλεια. Ποίηση, όπως μόνο το γνήσιο συναίσθημα μπορεί να αποτυπώνει:

Άδεια απογεύματα

Το σημείο της εκκίνησης
δεν είναι πάντα σταθερό,
προηγείται το διάστημα
που σηκώνεις τον σταυρό.
Το βιβλίο της αφύπνισης
δεν είναι πάντα ανοιχτό,
θέλει τόλμη και ανάστημα
και το άλμα το σωστό.

Τα χαμόγελα προσωρινά,
ξαφνιασμένη πως μένει η καρδιά
κι η γοργή εισπνοή ακουμπά
όνειρα ακυβέρνητα.


Το ηχείο της ταπείνωσης
νεκρωμένο και βουβό,
στης ζωής σου το κατάστημα
που το άφησες κλειστό.
Το μνημείο της τελείωσης
όσων έχτιζες καιρό
και πουλούσες με παράστημα,
τώρα στέκεται μισό.

Τα χαμόγελα, τα πέτρινα,
ξαπλωμένη στη γη η καρδιά
κι η αργή μουσική ακουμπά,
άδεια απογεύματα.

Κλείνοντας στη «Σίγουρη Πορεία» του, κάθε αμφιβολία, αγωνία ή πόθος επαναπροσδιορίζεται. Είναι αποφασισμένος:

«Κι αν η πατρίδα όλη
Μια εξορία
Είχε την τρέλα στα μαλλιά
Θα έχτιζε ξανά στην ίδια ενορία
Κείνα τα σπίτια τα μικρά» (απόσπασμα)


Όλα, μα όλα εμπεριέχονται στο έργο του.
Κι είναι αρκετά μεγάλος ο όγκος της δουλειάς του, τόσο που είναι καιρός να συγκεντρωθεί σε μία ή καλύτερα δύο -μια ποιητική και μια στιχουργική- συλλογές.

Με τη  ευχή να είναι τούτο εδώ ένα έναυσμα προς αυτή την κατεύθυνση, εύχομαι να συναντηθούμε ξανά μέσα από την παρουσίαση, στο αναγνωστικό κοινό κι όχι μόνο, της αξιόλογης δουλειάς του.

Μίνα Παπανικολάου
Κατερίνη
Ιούλιος 2011

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Νικηφόρος Βρεττάκος ποίηση 1.







Νικηφόρος Βρεττάκος

"Το παιδί με τη σάλπιγγα"
"Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα"
"Σου στήνω μια καλύβα"

Απαγγελία: anestisk13
Mουσικός αυτοσχεδιασμός στο πιάνο: Δημήτρης Δημητρίου
Επιμέλεια ήχου: Νίκος Νικολαϊδης

Τὸ παιδὶ μὲ τὴ σάλπιγγα

Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα
στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ.
Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων.
Ἐγὼ μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια νὰ σοῦ στείλω λίγο ψωμί,
μαζεύω μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο
νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς. Ἔμαθα πὼς κρυώνεις.
Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ νὰ τὴν φορέσεις τὴν Λαμπρή!
Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά.Θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια,
κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά, πλατιά, γεμάτη ἀγάπη!
Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή, ρώτα ὅποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης της γῆς βγαίνουνε στὴν καρδιά μου!
Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς. Τ᾿ ἀκοῦς;... Νἀρθεῖς!

Σοῦ στήνω μία καλύβα

Σοῦ στήνω μία καλύβα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων,
ἕνα κῆπο νὰ περπατᾷς,ἕνα ρυάκι νὰ καθρεφτίζεσαι,
μιὰ πλούσια πράσινη φραγὴ νὰ μὴν σὲ βρίσκει ὁ ἄνεμος
ποὺ βασανίζει τοὺς γυμνοὺς - στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!
Σοῦ στήνω τ᾿ ὅραμά σου πάνω σ᾿ ὅλους τοὺς λόφους,
νὰ σοῦ φυσάει τὸ φόρεμα ἡ δύση μὲ δυὸ τριαντάφυλλα,
νὰ γέρνει ὁ ἥλιος ἀντίκρυ σου καὶ νὰ μὴ βασιλεύει,
νὰ κατεβαίνουν τὰ πουλιὰ νὰ πίνουνε στὶς φοῦχτες σου
τῶν παιδικῶν ματιῶν μου τὸ νερὸ - στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!