Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Παλιά Περάσματα

φωτογραφία ΕΛΕΝΑ ΒΑΛΙΑΝΤΗ


Θα περπατήσουμε σε παλιά περάσματα
πατώντας στα ίδια ίχνη
εκείνων που σημάδεψαν την πορεία
πριν από εμάς.


Άφησαν λέξεις και γράμματα
σε γυμνάσια αιώνιου σύμπαντος
καταργώντας την ορφάνια στη σκέψη
με τα ενδεχόμενα ανοιχτά
για να δακρύζουν νέες προκλήσεις
στα αναχώματα του νου.

Να πλημμυρίζουν βλέμματα σε κόκκινα δειλινά
και σε ανατολές που λαμπυρίζουν,
να διαμελίζονται ψυχές με λόγια
που σαλεύουν υποσχέσεις
να τις κρατούν σαν λάφυρα πολύτιμα στα δάχτυλα
για ένα ελπιδοφόρο αύριο…

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΚΟΙΤΑΖΕΙ, ΣΚΕΦΤΗΚΕ





ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΚΟΙΤΑΖΕΙ, ΣΚΕΦΤΗΚΕ,
κι όταν κοιτάζει τίποτα δεν εννοεί.
Από τα μάτια τους κατεβαίνει
στο υπόγειο. Κάνει πως τακτοποιεί το χαμόγελο
στη δροσιά (ένα χαλασμένο συρτάρι).
Το βγάζει, το μαντάρει, το επιστρέφει στο σκοτάδι.
Απ’ τα ίδια μάτια ανεβαίνει.
Τώρα τα πράγματά του είναι σαν τις φωνές
των τραγουδιστών στα καλοκαιρινά πανηγύρια
– που θολές τις φέρνει, θολές τις παίρνει μακριά
και θολές τις επιστρέφει ο άνεμος στ’ αυτιά μας.
Κι έτσι ανεβαίνει σ’ ένα πλοίο.
Χωμένος σε μια γωνιά του καταστρώματος,
ακουμπισμένος στην κουπαστή,
παρατηρεί τη θάλασσα
με γυρισμένη την πλάτη στον κόσμο.
Κάπου κάπου, σταγόνες θαλασσινού νερού
βρέχουν το πρόσωπό του.
Τότε κάθεται και γράφει
το τελευταίο του γράμμα.
«Λίγες ώρες μες στη νύχτα
έχουμε μόνο δικές μας, αγάπη μου
– δικός μας κι ο παροξυσμός των πουλιών
πάνω στα δέντρα».


 **************************************




Ο Αργύρης Παλούκας γεννήθηκε στην Ερμιόνη της Αργολίδας το 1975. Σπούδασε Θεατρολογία στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται από το 1994. Κείμενά του (ποιήματα και μελέτες) έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά, έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες κι έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα γερμανικά. Έχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Το ξέφτι (Μανδραγόρας, 2007), Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί (Κέδρος, 2009), Θέλω το σώμα μου πίσω (Μεταίχμιο, 2011).

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Συν-κίνηση




Πετώντας σ' αιθέρες αστραπών κι αναπνέοντας
των βροντών τις εκρήξεις αφομοίωσες
στην όψη σου φλόγες

Καλπάζοντας σε ήλιων πορφύρες κι ανοίγοντας
κοίτες στο διάβα σου λάβας αιμάτων στερέωσες
στο βλέμμα σου θύελλες

Διέσχισες νύκτες μεθώντας τα γιασεμιά
της πνοής των ανέμων με τη γλύκα
της άχνης των ρόδων σου

Στάθηκες στων ερήμων τα ξέφωτα Σύναξες
δίψα απ'  των αγριμιών και των βράχων
τα στόματα  Πύκνωσες των βροχών σου τη χλόη
στα σύννεφα Σκέπασε υγρός της θέρμης
ο θόλος σου των πόθων τα σπήλια Τινάχτηκαν
θεριά ναρκωμένα -  κουβαλώντας βαριά
των κρατήρων το μάγμα τους -  σταλαγμίτες
οι λόγχες της ορμής των εκρήξεων

Αλυχτούσαν οι λύκοι δεμένοι σε χαλκάδες
αλυσίδων αρχέγονων
Ουρλιάζαν οι σκύλοι λιμασμένοι στα χνάρια
της καταιγίδας του οίστρου των άστρων τους

'Ενιωσες βαθιά τους σεισμούς των κυμάτων
που πνίγονταν
στων γκρεμών σου τις δίνες
Αφέθηκες στην τρικυμία της φλόγας σου
που έγλειφε
των ναών σου τις θύρες
'Εγειρες των φιλιών σου τα χείλη
και ρίγησες
των αγαλμάτων συμπλέγματα
'Εκλινες της ομορφιάς
το παράστημα ρίχνοντας
των καλπασμών σου τη χαίτη
μπροστά
Κάλεσες Πρόσταξες

Να
Σφραγίσουν οι ήλιοι κι οι
βροχές και τα άστρα και
τα σύμπαντα
τη Στιγμή της Κραυγής σου

που
μετά τίποτα πιά  Δεν υπάρχει
μήτε πρίν
στον αιώνα τον άπαντα

Μένω Δένω Κρατώ
Ριγώ Φιλώ
Στιχοπλέκω
Αβύσσων απτά
μυστικά
Στερεώματα

«Απόγειοι Νόες» Claire Notre-amie

Πέντε η ώρα πάλι και μισή το πρωί
προσφιλής η νίκη φορώντας την πανοπλία της αγρύπνιας
θα σημαδέψει με τα φτερά τις πόρτες

τόποι αυτοεξορίας θα μοιάζουν τα σπίτια
μέχρι να ηχήσει μία-μία τις καμπάνες

κάθε χτύπος, χτύπημα στην προκρούστεια επάρατη νεολογία

πρόσωπο σοβατισμένο με το πορτοκαλί
των ανατολικών δωματίων
στα μήλα, της δύσης χρώματα του μούρου
σώμα από μυρωδιές ψωμιού και χρώματα μαγέρικου

επτασφράγιστες λιωμένες καλημέρες σε στενωπούς καρδιάς
βοούν τα ευχολόγια

“είθε ποτίζοντας άνθη λεμονιάς συναντηθούμε”

η νίκη τα ονόμασε
παραστάτες μονάζοντες, χλοερούς εν ζωή τόπους

η ζωοφόρος τα περίγραψε χαρά χαιρετίζοντας την είσοδο

Υπόγεια προαύλια, ανώγεια λαγούμια, αρχαία τείχη και νέες σήραγγες
Χτισμένοι πλίνθο τον πλίνθο σε πλίνθους πάνω εναλλάξ, άνθρωποι και τυφλοπόντικες

Κάποιος φώναξε βοήθεια
Κάποιος φώναξε μαζευτείτε, μη λιποταχτείτε τώρα
Κάποιος μηχανεύτηκε τον έρωτα
Κάποιος επινόησε την αγάπη
Κάποιοι φώναζαν “Γιοφύρια”

Ήταν η ώρα πέντε πάλι και μισή το πρωί

“Φτάνουν τα διαστήματα
εμείς την θάλασσα γνωρίζουμε” !

και μια ριπή τους αποκάλεσε αργοναύτες

Μα κάτω από το «Αργώ»
έγραφε «Απόγειοι Νόες»
*********************************
Άνθρωπέ μου..

-Άνθρωπέ μου γιατί είσαι σκυθρωπός;
έλα να αλλάξουμε παπούτσια
να μπω στα δικά σου, να μπεις στα δικά μου,
να "μοιραστούμε το ψωμί"...
-Αν μου μειωθεί το μηνιάτικο, πώς θα ξεπληρώσω την bmv; να μπω φυλακή;

-Απλός λαός κι εσύ, μα στη φυλακή που είσαι, δεν έχει συγκρατούμενους χωρίς μηνιάτικο.

36 ώρες μετά, το συνειδητό εισχώρησε το ασυνείδητο.

Σε δυό ώρες έπρεπε και πάλι να βγω στους δρόμους.
Ο επιούσιος αριστερά, μεσαία, δεξιά λωρίδα, με bmv με σαραβαλιασμένους οδηγούς και σαράβαλα που ένας, τους πατάει σταθερά το γκάζι
... κι άλλοι τόσοι συνεπιβάτες έγκλειστοι σαραβαλιασμένοι που δεν έχουν μοίρα..

Αχάραγο, ψιθυρίζοντας στίχους του Αναγνωστάκη:

".. Κι ίσως γι' αυτό να 'θελε ακόμη, πολύ φως να ξημερώσει."

-επανέλαβα ακατάπαυστα-...

"Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα,
έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους.
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία
καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσή σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά σε μια γωνιά μαζεύω με τάξη,
φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο.
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω
όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω."

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Αγάπη-Μ.Λουντέμης



 

Μ΄ έβαλαν να ορκιστώ
με το χέρι στην καρδιά.
 «Ορκίσου!» μου είπαν.

 «Ορκίσου στην Αγάπη!»
Και ορκίστηκα στην αγάπη.

 

Και μου ξανάβαλαν το χέρι στην καρδιά.
«Ορκίσου!» μου ξανάπαν.

«Ορκίσου στον Άνθρωπο».
Kαι ορκίστηκα στον άνθρωπο.


Μα είχα για τόσα πολλά να ορκιστώ
τόσους πολλούς όρκους να δώσω
στη Φιλία,

στο Κάλλος,

στην Τιμή...
σε ποιο να πρωτοορκιστώ;


«Ορκίσου σ΄ όλα!» μου είπαν.
«Τότε», είπα κι έσκυψα,
«τότε ορκίζομαι σ΄ όλα».

Και γονάτισα μπρος στην Α γ ά π η.


Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Τελευταίος Σταθμός-Γ.Σεφέρης

Τελευταίος Σταθμός

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα και άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στην μνήμη,
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγιάς, αργά στην χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτές βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν στο τραπέζι,
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιάς φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι και αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες που δεν βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη
τη Συρία,
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής πού' σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι' έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ΄ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες το κλουβί του.  I
Το βροχερό φθινόπωρο σ' αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θά' λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμα ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες τους πολέμους,
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο,
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.  II
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν,
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες στ' άγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τα' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.  III

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμαλώτου
τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.  IV
Ίσως και να' θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν
οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες το μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας λεύγες και λεύγες,
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας,
κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει,
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες : ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας, " Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.  V

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.  VI

Cava del Tirreni, 5 Οκτωβρίου ¨44

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ακριβέ μου ! Μίνα Παπανικολάου - Σοφία Στρέζου




Μίνα Παπανικολάου
Καμιά γραφή δεν το έγραψε ακόμα
καμιά μουσική
ούτε ρυθμός
ούτε ο αδυσώπητος, θηριώδης χρόνος
δεν συναντήθηκε μαζί σου.
Ακριβέ μου!

Σοφία Στρέζου
Η εικόνα σου ρίζα έγινε στη σκέψη
που πια, ξεριζωμένη επιστρέφει
με αρχέγονες λιτανείες χρωμάτων,
για να μυήσει αισθήσεις
στους λωτοφάγους της νοσταλγίας.
Ακριβέ μου !

Μίνα Παπανικολάου
Ούτε οι δρόμοι σε αντάμωσαν ποτέ αληθινά
γλαρό μου κύμα - πάλευκο.
Τριαντάφυλλό μου!

Σοφία Στρέζου
Έμεινε η σταγόνα από το δάκρυ μου, που ξέφυγε
χωρίς να φοβάται μην τρυπηθεί στα αγκάθια σου.
Τριαντάφυλλό μου !

Μίνα Παπανικολάου
Όσο κι αν έψαξα
στα εωθινά ηλιοστάσια,
στις νεκρές φούγκες,
στα ακροθαλάσσια,
για σένα ποτέ κανείς δεν μου τραγούδησε.
Κι ούτε μια θύελλα,
δεν έφερε τον ήχο της φωνής σου.
Αγαπημένε!

Σοφία Στρέζου
Όσο κι αν έψαξα στις φυγές
μύριζα μόνον αγρύπνιας παράπονο
σαν σε καλούσε, ξενυχτώντας το όνειρο.
Για σένα κανένας καθρέφτης
δεν σχημάτισε ποτέ είδωλο.
Ούτε σκιά στον απέναντι τοίχο
δεν ζωγράφισε ποτέ το περίγραμμα της απουσίας σου.
Αγαπημένε !

Μίνα Παπανικολάου
Να πεις του χρόνου,
πως ατρόμητη αφεντεύω.
Αυτοεξόριστη
της προσμονής σου.
Ακριβέ μου!

Σοφία Στρέζου
Να πεις του χρόνου, πως στις ραγισματιές του
ακόμα προσκυνώ αυτοεξόριστα ίχνη
αναπολώντας φιλιά ανορθόγραφα
σε αποφλοιωμένες νύχτες
προσμένοντας το άγγιγμα της αντάμωσης.
Ακριβέ μου!

music
Brian Crain - Wind

____________________________________________________
photos and music belong to the artists and the label companies

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

ΑΙΡΕΣΗ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΡΑΧΝΟΣ-ανάγνωση της Μίνας Παπανικολάου





MURDEREDUM

"-Βγαίνω στο μπαλκόνι.
Σε αυτό που βλέπει στον κήπο.
Εντάξει..Δεν βλέπει στον κήπο.
Θα μπορούσε όμως
να υπάρχει κήπος εκεί κάτω.
Έξω η πόλη αναπνέει με δυσκολία.
Βλέπω τον κόκκινο, ματωμένο ουρανό.
Στο μυαλό μου έρχονται οι κόκκινες νύχτες του WilliamS.Burroughs.
Φαντάζομαι πως όλοι σας θα έχετε ακούσει κάτι 
για τις κόκκινες νύχτες του Burroughs,
αν δεν έχετε ζήσει μερικές απ΄αυτές..."

      Ο Γιάννης Βραχνός στη συλλογή του ΑΙΡΕΣΗ που κυκλοφόρησε το 1991 από τις εκδόσεις ΜΑΤΙ, χαμένος τα πρόσφατα χρόνια κάπου, ποιός ξέρει πού, έστησε το σκηνικό, το παρακμιακό σκηνικό της ζωής και βρέθηκε ο ίδιος πρωταγωνιστής και κομπάρσος του. Στην πρώτη σειρά, ο ίδιος παρεμβαίνει ως θεατής αλλά και ως  ο διπλανός μας φλύαρος σχολιαστής σε μια καλοστημένη παράσταση για λίγους ( ή πολλούς αλλά ποιός θα το παραδεχθεί εύκολα;) .


".ήδη έχω μπει στη λεωφόρο.
Ο καιρός έχει αρχίσει να δακρύζει.
Διακόσια μέτρα πιο κάτω καταλαβαίνω πως η δεξιά μου μπότα
μπάζει νερό.
Το ξέχασα ότι είναι τρύπια,
όπως κι οι τσέπες του παντελονιού μου.."

      Περιφερόμενος στις πολύβουες νύχτες της παρηκμασμένης πόλης, ή και όχι, αλλά ο ίδιος αυτή την εικόνα της αναζητά, χάνεται ανάμεσα σε οργισμένους νέους της εποχής-όπως κι εκείνος-, αφομοιώνεται στο δερμάτινο παρόν της φθαρμένης του μπότας, της μακριάς καμπαρντίνας, της μηχανής μεγάλου κυβισμού, που είναι  έτοιμη να οδηγήσει αδιαμαρτύρητα τον αναβάτη της σε ταξίδια "άλλα". 
      Η Αθήνα, η Πλάκα, το Μοναστηράκι μοιάζουν τρυφερά καταφύγια προαναγγελθέντων θανάτων και η κατάληξη της βραδυάς είναι συνήθως η έφοδος σε κάποιο υπόγειο, συνοικιακό μπαρ της λεωφόρου.

"..Κατεβαίνω δυο σκαλιά.
Παράξενο..
Λίγο πιο ψηλά απ΄όλους τους θαμώνες
τους διεκδικητές του επιπόλαιου παραδείσου,
νιώθω Βασιλιάς.."
"..ένας άντρας κακοκοντυμένος
στυλ αλά Fon Barmet,
ξέρεις, απ΄αυτούς που γυρνάνε από παρέα σε παρέα
προσμένοντας ένα μουκάλι μπύρα,
στέκεται εμπρός μου.
Δέκα πόντους πιο κοντός.
Του κερνάω τη μπύρα.
Κάνω πως ακούω
ένα μέρος από την ιστορία του.
Ένα αλλόκοτο παράπονο απογοήτευσης 
και τίποτα περισσότερο.."

Η συνειδητότητα (η καθαρή συνείδηση, η κατάσταση του "μη-νου") είναι για τον άνθρωπο πλεονέκτημα, συγκριτικό μάλιστα, με όρους οικονομικούς. Η διαπίστωση της πρόσκαιρης υπεροχής, λίγο πριν την κάθοδο , σε τίποτα δεν αναιρεί την απόφαση της παρατήρησης και της αφομοίωσης από στοιχεία κατάπτωσης. Οι τρύπιες μπότες και τα παντελόνια, οι φθαρμένες ραφές της έπαρσης του επιτρέπουν να κοιτά αφ΄υψηλού τους πάντες και τα πάντα. Υπερόπτης και αλαζόνας. Τίποτα δεν τον συνεπαίρνει, ούτε ο  πόνος και το παράπονο. Ξαφνιάζεται  αλλά όχι δυσάρεστα. Εξάλλου, εκείνος μπορεί να ξεφύγει όποτε το επιθυμεί..

"..Την προηγούμενη αδιάφορη εικόνα

όχι απόλυτα άσχημη, 
έρχονται να καλύψουν αυτή τη φορά,
τα μακρυά όμορφα πόδια,
 κάποιας τσακισμένης θεάς (θα έλεγε ο Bukowski)..
Συμφωνώ απόλυτα μαζί του.
Η γυναίκα στο μπαρ,
το θυληκό αυτό πλάσμα
είναι όντως θεϊκό.."

**************

"..Δράμα και κωμωδία,
αγκαλιασμένες σ΄ένα πρόσωπο γυμνό,
αυτό της τσακισμένης θεάς.."

Ψυχές ταλαίπωρες, ταλαιπωρημένς, συνταξιδεύουν στο υπόγειο μπαρ,

συνάμα αυτόφωτες, ασύγκριτα λαμπερές στη υποβόσκουσα θλίψη τους. Τσακισμένες θεές και θεοί (κι ας μην το γνωρίζουν) ανταμώνουν βλέψεις πρόσκαιρων παράδεισων, σε μια μείξη τζην, δέρματος, βότκας και αλήθειας.
Τα χαμηλωμένα φώτα έχουν την θαυμαστή ικανότητα να μεταβάλλουν τα αδιαφανή πρόσωπα σε γυμνούς ήλιους και τα αδιάφορα βλέμματα σε στιλέτα κατανόησης.
Η παρακμιακή Αθήνα του '90, σε απόλυτη αρμονία και με διάθεση επιβεβαίωσης του χρόνου που ή δεν περνά τόσο γρήγορα όσο πιστεύουμε ή που ανακυκλώνει κι ανακυκλώνεται. Τα πρόσωπα αλλάζουν ίσως, οι εικόνες της σημερινής ξεπεσμένης ροκ  θεάς-Αθήνας, είναι η ίδια. 


Δεν γνωρίζω τους σωτήρες της, μα στη περίπτωση της ΑΙΡΕΣΗΣ, ο  Γιάννης Βραχνός έσωσε την τσακισμένη του θεά απ΄το καταγώγιο:

"..εγώ πάντα ζω την πόλη όταν νυχτώνει

κάτω απ΄τα πολύχρωμα φώτα της.
Ο δρόμος για το σπίτι
 μπορεί να ήταν ανηφορικός
μα εγώ είχα φορτώσει στο δεξί μου ώμο
μια θεά..
έστω και τσακισμένη.."


************************************
"ΑΝΑΓΝΩΣΗ" της Μίνας Παπανικολάου

Κατερίνη 5/11/2012



Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

"Το ποιητικό έλλειμμα της λογικής σκέψης"



~Μπαίνοντας ο 20ος αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατηλειμένα- ως και τ' άστρα.
"..Οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με μιαν ευκολία που είναι ν' απορείς: συν, πλην, δια, επί-άρα. Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι, καθόλου.Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο άρ

α και να έχεις έτοιμη την απάντηση.
Πολύ ωραία. Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιό λόγο αυτό το άρα στομώνει;..
Κάποια μέρα, πιθανόν, οι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι καταμετρώντας τη διαδοχή φωνηέντων και συμφώνων σε όλους τους ενδεχόμενους συνδυασμούς, να καρφώσουν κάπου το μαγικό εκείνο συνδυασμό, που το αίσθημα του ποιητή συνέλαβε ακαριαία.
Θά 'τανε όμως, ας το ομολογήσουμε κι από λίγο δολοφονία. Δεν αφαιρεί κανείς τους πέπλους της θεάς ατιμωρητί"..έγραφε ο Ελύτης πριν τριάντα χρόνια.

Μπήκαμε στη νέα χιλιετία, χωρίς ακόμη οι υπολογιστές να καρφώσουν το μαγικό εκέινο συνδυασμό. Η κοινωνία δεν παραιτήθηκε όμως από την αναζήτηση αυτής της ουτοπίας..


(απόσπασμα)

Δημήτρης Δαμίγος
Η ποιητική νοημοσύνη του Οδυσσέα Ελύτη και η "Α-νοησία" της εποχής μας
(περιοδικό Η ΛΕΞΗ-2006-σελ:520)