Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Τὰ πουλιὰ δέλεαρ τοῦ Θεοῦ-Ν.Καρούζος (ἀποσπάσματα «Διαλόγων»)



1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι

τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Είσαι λοιπόν



ΕΡΩΣ και ΨΥΧΗ-ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΙΕΝΝΗΣ-φωτογραφία: Μίνα Παπανικολάου

Είσαι λοιπόν
  H εντός μου προβολή
μιας άλλης παρουσίας

ή μήπως

του εαυτού μου αντικατοπτρισμός;


Δικό σου είναι αυτό το ήπιο φως

ή το αντιφέγγισμα είναι

του μέσα μου αινιγματικού

κι ανεξιχνίαστου όντος;


Πού σβήνονται τα σύνορα

της ύπαρξής μου

και πού αρχινούν της ύπαρξής σου οι φλόγες;


Και πώς

στου απελπισμού την ύστατη ώρα

της δόξας σου ανατέλλει ο τέλειος ήλιος

κι όλο το εντός μου βάραθρο

φωτίζει;


Λάμπεις στα ύψη ή στο βυθό;

Πλησιάζεις τάχα ή όλο απομακρύνεσαι;


Από τη συλλογή Βυθός (1985)  Ορέστης Αλεξάκης




Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Οι Ελληνίδες της ποίησης

Θεωρητικά είναι πιο ευαίσθητη, ενδοσκοπική, αναλυτική. Ο λόγος για την γυναικεία γραφή και συγκεκριμένα την ποίηση, για την οποία διατηρείται άλυτο ακόμα το μυστήριο της διαφορετικότητάς της.

πηγή:  http://www.clickatlife.gr/story/biblio/oi-ellinides-tis-poiisis?id=2147643

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Σήμερα 8 Μαρτίου η γυναίκα γιορτάζει και η γιορτή μάς δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε τη συμμετοχή της σε μιαν από τις πιο υποκειμενικές εκφάνσεις της σύγχρονης λογοτεχνίας, την ποίηση.
Σύμφωνα με το ΑΠΕ, οι γυναίκες προσήλθαν στην ποίηση (δεν συνέβη το ίδιο με την πεζογραφία) από πολύ νωρίς (ας σκεφτούμε τους ερωτικούς στίχους της Σαπφούς ή τα λατρευτικά επιγράμματα της Κασσιανής), αλλά μόνο από τον 19ο αιώνα και μετά άρχισαν να διαμορφώνουν την εντελώς προσωπική τους γλώσσα.
Ο φεμινισμός έπαιξε σίγουρα εν προκειμένω δραστικό ρόλο: δεν είναι τυχαίο πως η έννοια της υποκειμενικότητας αναδείχθηκε από γυναίκες θεωρητικούς της εποχής μας (ανάμεσά τους η Τζούλια Κρίστεβα και η Κατρίν Κλεμάν), που έβαλαν απέναντι στον άκαμπτο και αυταρχικό λόγο του ανδρικού φύλου τη συνεχή κινητικότητα, την πολυσημία και την ανατρεπτική διάθεση της γυναικείας έκφρασης.
Σε ό,τι αφορά τη νεοελληνική ποίηση, οι γυναίκες ξεκίνησαν την πορεία τους από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα (από την Αιμιλία Δάφνη, τη Μυρτιώτισσα, τη Μαρία Πολυδούρη, τη Ρίτα Μπούμη-Παπά και τη Μελισσάνθη μέχρι τη Μέλπω Αξιώτη, τη Μάτση Χατζηλαζάρου, τη Ζωή Καρέλλη και τη Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη), για να ενισχύσουν φανερά τη θέση τους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (από την Ελένη Βακαλό, τη Βικτωρία Θεοδώρου, την Όλγα Βότση και τη Μαντώ Αραβαντινού μέχρι την Κική Δημουλά, τη Ζέφη Δαράκη, τη Νανά Ησαΐα και την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ).
Το διαταραγμένο και κατακερματισμένο εσωτερικό τοπίο, το αθόρυβο, σχεδόν αποσιωπημένο γυναικείο βίωμα, η ερωτική και η υπαρξιακή οδύνη, η ισχυρή σωματική αίσθηση, όπως και η σταδιακή μετάβαση από την παράδοση στον μοντερνισμό, τον υπερρεαλισμό και τα πρώτα φανερώματα του μεταμοντερνισμού δίνουν τα απαραγνώριστα στοιχεία αυτής της μακράς διαδρομής, που δεν θα αργήσει να προετοιμάσει μια καινούργια περίοδο: την περίοδο την οποία θα εγκαινιάσουν οι γυναίκες της γενιάς του 1970.
Η Παυλίνα Παμπούδη, η Άντεια Φραντζή, η Μαρία Κυρτζάκη, η Τζένη Μαστοράκη, η Δήμητρα Χριστοδούλου, η Μαρία Λαϊνά, η Νατάσα Χατζιδάκι, η Βερονίκη Δαλακούρα και η Αθηνά Παπαδάκη είτε θα ταιριάξουν τη μυθολογία της φύσης και την καθημερινότητα του γυναικείου φύλου με τις αρχαϊκές τους εικόνες, είτε θα εικονογραφήσουν την πάλη με το ανέκφραστο και τις ανεκδήλωτες σημασίες της γλώσσας (ας προσθέσουμε εδώ την Αλόη Σιδέρη και την Ανθή Μαρωνίτη, που μολονότι η μια παλαιότερη και η άλλη συνομήλικη της γενιάς του 1970 θα εμφανιστούν στα γράμματα μόνο την τελευταία δεκαπενταετία του αιώνα).
Στις νεότερες γυναικείες παρουσίες θα χρειαστεί να συμπεριλάβουμε, μεταξύ άλλων, την Κλεοπάτρα Λυμπέρη, τη Βικτωρία Καπλάνη, τη Μαρία Τοπάλη, τη Δήμητρα Κωτούλα, τη Φοίβη Γιαννίση, τη Μαριγώ Αλεξοπούλου και την Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη.
Το κρυπτικό στοιχείο και τα αλλεπάλληλα γλωσσικά και σκηνοθετικά παιχνίδια, η αποθέωση της συνειρμικής εικόνας, η απελευθέρωση του ερωτικού εγώ και ο τρόμος του θανάτου θα σημαδέψουν μια ποίηση που μαζί με τις κατακτήσεις της γενιάς του 1970, όπως και με εκείνες των μεταπολεμικών προκατόχων της, θα οδεύσει βαθμιαία πέραν του διαχωρισμού των φύλων, παραχωρώντας το όποιο ειδικό βάρος της γυναικείας γραφής στην προτεραιότητα της λογοτεχνίας. 


Το νερό και η ευχαριστία-Ν. Βρεττάκος



painting by Jaanika Talts


'Ηπια και πότισα δάση και γέμισα στέρνες.
Το νερό σου περίσσεψε -
Τα ποτάμια του σύμπαντος,
δεν έχουνε κοίτες.

 Βυθίζονται. 
Τρέχουνε μες από σένα. 

Αν μπορούσες να υπάρχεις
έναν αιώνα μετά, 

θάβλεπες πως
το φιλί που σου ακούμπησα πάνω στο μέτωπο

έγινε άστρο. 



 

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Γουάνγκ-Γουέϊ




Κάθομαι μόνος
ανάμεσα στα σκοτεινά μπαμπού.

Παίζω το λαούτο
και λέω το τραγούδι μου.

Βαθιά μέσα στο δάσος
όπου κανείς δε με γνωρίζει.

Πάνω μου όμως έρχεται 
και λάμπει
το φωτεινό φεγγάρι.


(Ανθολογία Κινέζικης ποίησης)

μτφ.Γ.Λειβαδάς
Εκδόσεις Ροές



Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Σώπασε…Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος




Σώπασε…
ένα σκυλί αλυχτάει μέσα στη νύχτα..
Σώπασε…
ένας κάδος απορριμμάτων
λεηλατείται στα μουλωχτά έξω από την πόρτα μας.

Σώπασε.
Ένα κλάμα παιδιού σέρνεται στο δρόμο σα φίδι.
Σώπασε…
Δεν έχω πια λέξεις.
Τις σκόρπισα όλες σε μικρές-μικρές φλογίτσες
και περιμένω, βουβά να με αγκαλιάσεις απόψε…..


Φόβος-ΈΛΤΩΝ

Φόβος

Κάνεις το πρώτο βήμα και κοιτάς πίσω να δεις τι άφησες στο διάβα σου. Το μη γενόμενο σε κυριεύει.
Τρωτός απ᾽τις μεγάλες σου αυταπάτες, χαμένες είναι οι μεγάλες σου στιγμές.

Σε μια πλατφόρμα πέρασαν τόσα και τόσα τραίνα από μπροστά σου.
Παραπάτησες για να εισέλθεις στο τελευταίο βαγόνι της τελευταίας γραμμής.
Αφημένος σε έναν προορισμό που δεν διάλεξες, ζαλίζεσαι στα τούνελ της αμάθειας.
Κι ελπίζεις να σε σπρώξουν έξω σε όποια επόμενη στάση.

Επίλεκτος της μοίρας τάχα, απέφυγες τον πόνο της απόλαυσης, τον κόπο της αποχώρησης.
Όταν σε προκάλεσαν, οργίστηκες, όταν σε λησμόνησαν, αιφνιδιάστηκες.
Σίγουρος για τα πάντα, ακινητοποίησες τον κόσμο γύρω σου. Ο χρόνος έγινε χώρος.

Έκλεισες μέσα σου όλα τα θεάματα. Η μόνη διέξοδος του φόβου, η κραυγή σου.
Νομίζεις ότι επειδή αγωνιάς, αγωνίζεσαι. Λαχανιασμένος, το μόνο που μπορείς να αρθρώσεις είναι ψίθυροι.
Όταν φοβάσαι να χάσεις, δε θα νικήσεις ποτέ.

Στοκχόλμη, 26 Αυγούστου 2012, Έλτων

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Ποίηση, η πιο μεγάλη ουτοπία

 
 
 
Το 1972, ο Τσαρλς Σίμιτς βρέθηκε σε ένα φεστιβάλ ποίησης στη Στρούγκα της (τότε) Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Είχε κάνει ένα μακρύ ταξίδι από το Σαν Φρανσίσκο, ήταν άυπνος, είχε πιει κι είχε καπνίσει πολύ το προηγούμενο βράδυ, αλλά όταν του ζητήθηκε να αναπληρώσει σ' ένα πάνελ έναν άλλο ποιητή που ήθελε να επισκεφθεί ένα μοναστήρι με τη φίλη του, δεν μπορούσε να αρνηθεί. Το θέμα της συζήτησης ήταν το μέλλον της ποίησης. Οι άλλοι ομιλητές ήταν άριστα προετοιμασμένοι. Ενας σοβιετικός ποιητής διάβασε μια μακροσκελή ομιλία με την οποία προέβλεπε έναν χρυσό αιώνα της ποίησης σ' έναν κόσμο που θα γινόταν σύντομα κομμουνιστικός. Ο Σίμιτς αρκέστηκε να πει ότι κάθε πρόβλεψη για το μέλλον της ποίησης αποτελεί χάσιμο χρόνου, αφού τίποτα δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά τους 25 τελευταίους αιώνες, κι ούτε προβλέπεται να αλλάξει τον επόμενο αιώνα. Υστερα σώπασε, είχε και πονοκέφαλο.
Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να καταλάβει ο σερβικής καταγωγής αμερικανός ποιητής τι είχε πει εκείνη την ημέρα στη Στρούγκα. Οπως διηγείται στο «New York Review of Books», στεκόταν τις προάλλες στην πολυσύχναστη γωνία της 5ης Λεωφόρου και της 42ης Οδού, στη Νέα Υόρκη, και περίμενε έναν φίλο που είχε αργήσει. Την προηγούμενη ώρα την είχε περάσει σ' ένα βιβλιοπωλείο της περιοχής, ξεφυλλίζοντας ποιητικές συλλογές. Του πέρασε λοιπόν από το μυαλό ότι αν η Σαπφώ στεκόταν στην ίδια εκείνη πολύβουη διασταύρωση και έβλεπε αυτά που έβλεπε ο ίδιος, όχι μόνο δεν θα καταλάβαινε τίποτα, αλλά θα ήταν και τρομοκρατημένη. Αν, από την άλλη πλευρά, διάβαζε τα ποιήματα που είχε μόλις διαβάσει ο ίδιος, θα αισθανόταν απολύτως εξοικειωμένη, αφού το θέμα τους ήταν το ίδιο με το θέμα και των δικών της ποιημάτων: οι χαρές και οι λύπες των ανθρώπων.
«Η ποίηση κατοικεί σε μια δική της διαρκή ουτοπία», έγραψε ένας μεγάλος βρετανός δοκιμιογράφος της ρομαντικής περιόδου, ο Ουίλιαμ Χάζλιτ. Σε σχέση με το μέλλον, συμπληρώνει ο Σίμιτς, ένα ποίημα είναι σαν ένα σημείωμα που το βάζεις σ' ένα μπουκάλι και το πετάς στη θάλασσα, τρέφοντας την παράλογη ελπίδα ότι οι εικόνες και οι φωνές που περιέχονται σ' αυτό θα έχουν μια μεταθανάτια ζωή. «Το ποίημα θέλει να φτάσει σε έναν Αλλον, έχει ανάγκη αυτόν τον Αλλον», έλεγε ο Πολ Σελάν. Κάπως έτσι, ένας κάτοικος της Παταγωνίας ή του Κάνσας δανείζεται από μια βιβλιοθήκη μια συλλογή ενός αρχαίου κινέζου ποιητή και ερωτεύεται τόσο πολύ ένα ποίημα, ώστε επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τους στίχους καθώς τελειώνει μια καλοκαιρινή ημέρα. Κάθε φορά, επαναφέρει στη ζωή τη φωνή του νεκρού ποιητή, βλέπει τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, αισθάνεται και σκέπτεται αυτά που εκείνος αισθανόταν και σκεπτόταν. Αν η ποίηση δεν είναι η μεγαλύτερη ουτοπία που σχεδίασε ποτέ ο άνθρωπος, τι άλλο μπορεί να είναι;
 
 
 
 

Του Μιχάλη Μητσού

 Τρίτη 12 Ιουνίου 2012-TA NEAonline

 

 

 
 

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

ΔΙΨΑ-ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΜΠΕΤΑΚΗΣ





Δύεις τα νέφη σου ρόδινα
κιι αφομοιώνειι η αχνάδα τους
τους ουρανούς των χρωμάτων.

Διαχέεις πνοή οπτασίας
στων ονείρων τα ξέφωτα
και χλοϊζουν τα κύματα
στην ταραχή των παλμών τους.

Γνέθουν οι ώρες
της προσμονής τα ποτάμια
στις κοιλάδες των πόθων τους
και πλέκουν στεγνές
τις ερήμους των άστρων
στα βουνά των αιχμών τους.

Ανατέλλεις τη νύχτα

Λυγάς τα τόξα της πεθυμιάς
στα γεφύρια του σκότους σου,
κυρτώνεις το ανάγλυφο των κραυγών της ζωφόρου σου
στις χορδές της σιωπής σου,
μαγνητίζεις τήξεις μετάλλων υποπόδια
στους λυγμούς των σεισμών σου.

Κλείνεσαι
Προστάζεις τη σιωπή,
μα σημαίνεις την ένταση
Περιβάλλεσαι της μοναξιάς
σκούρο το πέπλο μονάζοντας,
μα αναπέμπεις λευκό το φέγγος της έκρηξης.

Ορίζεις τη νύχτα σαν πολικός αστέρας
ακούσια
Νοείς την ισχύ μυστηρίων που επωάζεις
κι εκούσια
μοιραία
πυκνώνεις στο σύμπαν απέριττη
των θαυμάτων την 'Οψη
θεά
γονατίζεις τους πόθους
και δίνεσαι
σε βροχές
λυγμών ουρανών καθαρτήριων,
σε πλημμυρίδες
βυθίσεων κόσμων,
σε αστραπές
ηφαιστείων,
σε φρουμάσματα
καλπασμών,
σε ιαχές
κόσμων αλώσεων ,
σε δεήσεις
συμπάντων μετουσίωσης,
σε προτροπές κι ικεσίες,
σε κραυγές και σιωπές,
σε ψιθύρους
σε πνιγμούς
σ' αναδύσεις,,
πότε φρενιάζοντας, πότε
μερεύοντας,, πάντα,
πάντα
στο φέγγος της  βροχής τ' ουρανού σου
στον κατακλυσμό των φθεγμάτων της όψης σου
στην ηχώ της σιωπής σου...