Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Ποίηση, η πιο μεγάλη ουτοπία

 
 
 
Το 1972, ο Τσαρλς Σίμιτς βρέθηκε σε ένα φεστιβάλ ποίησης στη Στρούγκα της (τότε) Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Είχε κάνει ένα μακρύ ταξίδι από το Σαν Φρανσίσκο, ήταν άυπνος, είχε πιει κι είχε καπνίσει πολύ το προηγούμενο βράδυ, αλλά όταν του ζητήθηκε να αναπληρώσει σ' ένα πάνελ έναν άλλο ποιητή που ήθελε να επισκεφθεί ένα μοναστήρι με τη φίλη του, δεν μπορούσε να αρνηθεί. Το θέμα της συζήτησης ήταν το μέλλον της ποίησης. Οι άλλοι ομιλητές ήταν άριστα προετοιμασμένοι. Ενας σοβιετικός ποιητής διάβασε μια μακροσκελή ομιλία με την οποία προέβλεπε έναν χρυσό αιώνα της ποίησης σ' έναν κόσμο που θα γινόταν σύντομα κομμουνιστικός. Ο Σίμιτς αρκέστηκε να πει ότι κάθε πρόβλεψη για το μέλλον της ποίησης αποτελεί χάσιμο χρόνου, αφού τίποτα δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά τους 25 τελευταίους αιώνες, κι ούτε προβλέπεται να αλλάξει τον επόμενο αιώνα. Υστερα σώπασε, είχε και πονοκέφαλο.
Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να καταλάβει ο σερβικής καταγωγής αμερικανός ποιητής τι είχε πει εκείνη την ημέρα στη Στρούγκα. Οπως διηγείται στο «New York Review of Books», στεκόταν τις προάλλες στην πολυσύχναστη γωνία της 5ης Λεωφόρου και της 42ης Οδού, στη Νέα Υόρκη, και περίμενε έναν φίλο που είχε αργήσει. Την προηγούμενη ώρα την είχε περάσει σ' ένα βιβλιοπωλείο της περιοχής, ξεφυλλίζοντας ποιητικές συλλογές. Του πέρασε λοιπόν από το μυαλό ότι αν η Σαπφώ στεκόταν στην ίδια εκείνη πολύβουη διασταύρωση και έβλεπε αυτά που έβλεπε ο ίδιος, όχι μόνο δεν θα καταλάβαινε τίποτα, αλλά θα ήταν και τρομοκρατημένη. Αν, από την άλλη πλευρά, διάβαζε τα ποιήματα που είχε μόλις διαβάσει ο ίδιος, θα αισθανόταν απολύτως εξοικειωμένη, αφού το θέμα τους ήταν το ίδιο με το θέμα και των δικών της ποιημάτων: οι χαρές και οι λύπες των ανθρώπων.
«Η ποίηση κατοικεί σε μια δική της διαρκή ουτοπία», έγραψε ένας μεγάλος βρετανός δοκιμιογράφος της ρομαντικής περιόδου, ο Ουίλιαμ Χάζλιτ. Σε σχέση με το μέλλον, συμπληρώνει ο Σίμιτς, ένα ποίημα είναι σαν ένα σημείωμα που το βάζεις σ' ένα μπουκάλι και το πετάς στη θάλασσα, τρέφοντας την παράλογη ελπίδα ότι οι εικόνες και οι φωνές που περιέχονται σ' αυτό θα έχουν μια μεταθανάτια ζωή. «Το ποίημα θέλει να φτάσει σε έναν Αλλον, έχει ανάγκη αυτόν τον Αλλον», έλεγε ο Πολ Σελάν. Κάπως έτσι, ένας κάτοικος της Παταγωνίας ή του Κάνσας δανείζεται από μια βιβλιοθήκη μια συλλογή ενός αρχαίου κινέζου ποιητή και ερωτεύεται τόσο πολύ ένα ποίημα, ώστε επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τους στίχους καθώς τελειώνει μια καλοκαιρινή ημέρα. Κάθε φορά, επαναφέρει στη ζωή τη φωνή του νεκρού ποιητή, βλέπει τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, αισθάνεται και σκέπτεται αυτά που εκείνος αισθανόταν και σκεπτόταν. Αν η ποίηση δεν είναι η μεγαλύτερη ουτοπία που σχεδίασε ποτέ ο άνθρωπος, τι άλλο μπορεί να είναι;
 
 
 
 

Του Μιχάλη Μητσού

 Τρίτη 12 Ιουνίου 2012-TA NEAonline

 

 

 
 
Δημοσίευση σχολίου