Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Frederico Garcia Lorca-Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά

Η νύχτα στέκει μουσκεμένη
μέσα απ' του ποταμιού τις όχθες
και στα στήθια της Λολίτας
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά,
και στα στήθια της Λολίτας
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά.

Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά.

Γυμνή η νύχτα τραγουδάει
πάνω στου Μάρτη τα γιοφύρια
Λούζ' η Λολίτα το κορμί της
με νάρδους και γλυφό νερό,
Λούζ' η Λολίτα το κορμί της
με νάρδους και γλυφό νερό.

Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά.

Η νύχτα, από πιοτό και ασήμι
λάμπει ανάμεσ' απ' τις στέγες
ασήμι από ρυάκια και καθρέφτες
απ' τ' άσπρα πόδια σου πιοτό,
ασήμι από ρυάκια και καθρέφτες
απ' τ' άσπρα πόδια σου πιοτό.

Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά

**************************

 Μουσική Music by: Γιάννης Γλέζος ( Giannis Glezos )
Στίχοι Lyrics by: Frederico Garcia Lorca
Απόδοση στα ελληνικά Λευτέρης Παπαδόπουλος
Ερμηνεία Performed by: Γιάννης Πουλόπουλος ( Giannis Poulopoulos )

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Τὶ εἶπα κάποτε σ᾿ ἕναν ἰπτάμενο-Νίκος Καρούζος


Σὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸν ἥλιο τὴν λαίμαργη ἀστρονομία
δὲν εἶναι πιότερος ἀπὸ μιὰ πυγολαμπίδα ποὺ διαστέλλει
τὴν κίνηση μέσ᾿ στὸ ἄναυδο σκοτάδι.
Δὲν ἔχει πόσιμη σημασία νὰ σταλάξουμε
τσιγγούνικες ἀλήθειες καὶ σταγονίδια βεβαιότητας
δὲν ἔχει οὔτε μιὰ πρωτοτυπία ἡ ξεμυαλίστρα ἡ ἐξυπνάδα
πρωτότυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικάζει τὶς λέξεις
ἐκεῖνος ποὺ βάζει ποινὲς ὁλοένα στὰ δάχτυλά του
τὴν ὥρα ποὺ σέρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πένα.
Δὲν ἔχει μητρότητα ὁ ἴλιγγος
δὲν ἔχει πατρότητα ἡ νύχτα.
Μίλησα κι ἄλλοτε γι᾿ αὐτὰ τὰ χαρτόνια.
Οἱ σκοτεινοί μας σύντροφοι: οἱ ἄκρες καὶ τὰ μάκρη
μὲ τοῦ κύκλου τ᾿ ἄγρια δῶρα μᾶς κοροιδεύουν.
Ἔχοντας πιὰ ξεπέσει ὁ γέροντας Εὐκλείδης
εἶν᾿ ἀπόβλητο τὸ μῆκος ὡς πράξη τοῦ σύμπαντος
καὶ τὸ ὕψος ἀνεύρετη μελῳδία στὰ πλάτη...
Τράβηξα τὴν σκονισμένη αἰωνιότητα σὰν κουρτίνα
μὲ τόση εὐκολία καὶ τά ῾χασα βλέποντας
τὸ λάγνο τίποτα τῆς ἀναφρόδιτης καμπύλης!
Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ ἔαρός μου φώναξε: -Μὴ στενεύεις,
ἁγίαζε μονάχα, μὴ σκοπεύεις, κι ἀπ᾿ τὸ μειλίχιο
δαιμόνιο τῆς ἀγάπης πιὸ πέρ᾿ ἀκόμη τράβα κι ἂς εἶπες
θὰ κομματιάσω τὸν κόσμο γιὰ νὰ ματιάσω
τὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας.
Ἔλα, λυτρώσου τώρα κι ἀπ᾿ τοῦ ἐρωτήματος τὴν ἔλλειψη
νὰ γίνεις ὀμορφότερος νὰ μείνεις ὄντως μόνος...
[Χορταριασμένα Χάσματα, 1974]

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές -Γιώργος Σεφέρης



Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα 
υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση,
όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
μπορείς να τα κρατήσεις
μες στη παλάμη σου.

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες.


- 1962 

Αντί λήθης-Βασιλική Νικοπούλου

Μνήμη οργιάζουσα
με  του αναπάντεχου την ώρα.
Μνήμη κυριαρχούσα αισθήσεων
κι ανώφελων λεπτομερειών.
Μνήμη παντοκράτειρα
στιγμών που απωλέσθηκαν ζωοφόρα.
Ευθεία των επίπεδων λόγων και πράξεων.
Τεθλασμένη στου χρόνου το βάθος.
Ρωγμή στου χώρου το γυαλί
και ρυτίδα στων αγγέλων το πρόσωπο.

"Ήλος ύλης"
Λαμία

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013





Δε λέει η νύχτα τα τραγούδια που ήθελες
κι ας μιλούν για ένα ψέμα,
κι ας με κόβουν κομμάτια τα κόκκινα χείλη.
Δε σκάβεις εύκολα το σκοτάδι με λέξεις,
ούτε ανοίγεις δρόμο στη σιωπή με καπνό και ουίσκι.
Άκου,
μας ανήκουν οι στιγμές,
όχι οι ώρες.
Μας ανήκει ένας θάνατος,
όχι ένας έρωτας νεκρός.
Σ’ εμένα ανήκουν και τ’ άνυδρα οροπέδια,
κάποια καρβουνιασμένα δάση,
δυο ερημιές ανεμόδαρτες
και μια μοναξιά αράγιστη.

Ήταν όμορφο το πορτρέτο σου
που πότιζε η μέσα μου βροχή.
Τα ξανθά σου μαλλιά
συλλέκτες λευκών αναμνήσεων.
Τραγουδούσες τις «Μέλισσες» του Γιώργου
σ’ ένα ζεϊμπέκικο έγκοπης νύχτας,
αν και θα ’θελες να σου χορέψω τη Φραγκοσυριανή.
Όμως για μένα, πάει καιρός,
που οι ακρογιαλιές έχασαν τα μαγικά τους χάδια
και τις ρομάντζες των φεγγαριών…
Πάει καιρός που οι θάλασσές μου είναι αταξίδευτες
και τα λιμάνια μου ολόκλειστα.
Μου αρκούν δυο κουρελιασμένες σημαίες, πια...




ΜΕΤΕΩΡΟ





Κάστρο  Μεγάλο ευφημισμών
παρελθούσης φαντασίας και μνήμης
Μνημειακές αναπαλαιώσεις συνθέσεων
μεγαλείου ροζιασμένων ρυτίδων
σε πετρωμένες όψεις κραυγών
Πεζοδρομήσεις σύγχρονες επικαλύψεων
βιομηχανοποιημένων βημάτων
Κουρδίσματα εντάσεων γυάλινα
σε βλέμματα ανάστροφα γαντζωμένα  
στους γκρεμούς των κενών τους
Λιοντάρια παρακμών βουλιαγμένα
στις πλατείες της βοής των ψιθύρων τους
Στράτες Πλατιές προσπελάσεων
πάρκα τσιμεντένια ονομάτων
Κέντρα επιμελητειών πολέμων ακήρυχτων
προσ- και εφ-  -αρμογές ομαλής και
συμφέρουσας διαχείρισης Πόρων
επιβολές επιβουλές εκμεταλλεύσεις
ανταμοιβές αιωρούμενες πιθανοτήτων
ατομικής επιβίωσης

Ρητορείες κενόδοξες εμμονές
ανούσιες φλυαρίες αμφιθεατρικές
θλιβερών ειδημόνων

Ατμόσφαιρα ναρκωμένη με φώτα βαριά
τεχνητά αναπνοών αιχμαλώτων κι εφόδια
πλαστικές μινιατούρες αρχαίων εφαρμογών
προκρουστείων σε κλίνες ελάσσονες

Νύχτας ομίχλη πνιγερός ο αέρας μπετόν
ο ορίζοντας Μια γύρα το βλέμμα
να σβαρνίσει το θόλο της πήχτρας να
βρει τη ρωγμή της ρίζας που σκάβει
την πέτρα να φτάσει τη γούβα κρυφή
του νερού που σωπαίνει στο γρανίτη
επωάζοντας το ροδάμι του ήλιου

Σταματά η αφή των δαχτύλων της έντασης
στης ματιάς σου της θλίψης το κάρβουνο
ξαναμμένο μες στο μαρμάρου την όψη σου
Σκιρτίζει το αίμα στο χόχλο της άνοιξης
που μηνούν οι ουρανοί των νεφών σου
Χαιρετίζουν τ’ Αυγικά των ονείρων μου
τη μετάληψη των ψαλμών των Παθών σου


Σταυρώνονται φευγαλέα οι παλμοί μυροφόροι
σε θρήνους ευωδιάς επιτάφιους
Ανασταίνονται άστρα φιλιών πασχαλιάτικα
σε ξαστεριές οφανών λαμπαδόχυτων
Αναλήπτονται πουλιά περασάρικα
θυμιαμάτων σε πνοές πεμπτουσίας
μετέωρες.