Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Για να ακούς μόνο εμένα – Πάμπλο Νερούντα

Για ν’ ακούς μόνο εμένα
τρυφερεύουν ώρες ώρες
τα λόγια μου
και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων
στην άμμο του γιαλού…

Είναι θύελλες ζαλωμένο το πρωινό
μες στο κατακαλόκαιρο.
Σαν άσπρα μαντηλάκια αποχαιρετισμών
σαλπάρουν τα σύννεφα,
και, εκεί, τ’ αρπάζει ο άνεμος
και τα σηκώνει με τα χέρια του τα ταξιδιάρικα.
Αρίφνητη η καρδιά του ανέμου
που χτυπάει μες στην ερωτοδέσμια σιωπή μας…

Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων,
σιγανό πηγαινέλα των φώτων,
της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη,
στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια,
παναγιά μου, κουκλί μου πεντάμορφο,
της στεριάς αχιβάδα, μάσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!..

Από τ’ αμπέλια του ήλιου
πέφτει μια ρώγα στο σκούρο φουστάνι σου.
Της νύχτας οι πελώριες ρίζες
θρασεύουν απότομα και βγαίνουν από την ψυχή σου,
κι έτσι επιστρέφεις στον έξω κόσμο
ότι είχες μέσα σου κρυμμένο,
κι έρχονται σμάρια εκεί, σμάρια γαλαζωπά,
που εσύ εγέννησες κι εσύ τα τρέφεις…

Στη στερνή αναλαμπή του το φως σε τυλίγει…

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Λίτσα Μοσκιού (Ρόδος)- Άγνωστοι ποιητές του αιώνα


Της Μίνας Παπανικολάου 

Η Λίτσα Μοσκιού γεννήθηκε στη Ρόδο το 1968, είναι απόφοιτη Γενικού Λυκείου και έχει εργαστεί επί 22 συναπτά έτη ως Λογίστρια. Οι αριθμοί είχαν τη δική τους μουσική και αρμονία για κείνη, και δεν κατάφεραν παρά να ενισχύσουν την αγάπη της για την ποίηση, το διάβασμα, την ενασχόληση με τη λογοτεχνία.
Είναι σύζυγος και μητέρα δύο γιών, αφιερωμένη σε όλα μα και στην ποίηση που την αντιμετωπίζει ως γαλήνεμα ψυχής.
Δείγμα δουλειάς της:


1) Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ-αφιερωμένο στην Κύπρο

Σαν  ακούστηκε το κλάμα  του  ανέμου...
έπεσαν  με  πόνο
τα φύλλα  του  δέντρου  στη  γή... 
Μη κλαις  εσύ...
Αυτός  ο θάνατος...  δεν  ήταν  μάταιος...
Το χώμα  σαν  στραγγίσει  το  αίμα  τους...
θα  δώσει  πάλι  καινούρια  ζωή...


Βαθιά συναισθηματική και ενσυναισθητική, γράφει με ώθηση το καθετί που συμβαίνει γύρω της και της δίνει το έναυσμα να νοιώσει.
2) ΟΡΦΑΝΙΑ

Εσάς…

 
Που  στη  ζωή ,   λες  και  μάνα  δεν  σας  έφερε...
Εμπόρευμα  κάνατε  την  αγάπη  και  το  ενδιαφέρον  σας…
Και  την  στοργή   σας … προιόν  πώλησης…
Ξεράσατε  το  γάλα  που  σας  τάισε …
Στο  στόμα  σας  πια…  δε  χωράει   η  λέξη …  ΜΑΝΑ…
Μείνατε ορφανοί  από ...  ΜΑΝΑ ... εν  ζωή.... 



Είναι ανένδοτη, αν δεν πονέσεις, δεν θα ζήσεις. Εάν δεν αφεθείς, δεν θα νοιώσεις, εάν δεν αγαπήσεις, δεν θα αγαπηθείς.
3)ΞΥΛΙΝΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ
Καλογυαλισμένες… χωρίς  ίχνος  σκόνης  απάνω  τους…
Ούτε  ένα  γδάρσιμο… μια  μικρή  γρατζουνιά…
Ούτε  μία…
Το  σαράκι ,  δεν  αφήσατε  να  σας  φάει  τα  σωθικά…
Καλοδιατηρημένες ,   τις  εκθέτετε  ,   μέσα  σε  μια
αποστειρωμένη   γυάλινη    βιτρίνα…
Το  μόνο  που  σας  φόβιζε  πάντα  ήταν η  φωτιά…
Γι’  αυτό  ποτέ   δεν  πλησιάσατε   μια  φλόγα…
Ούτε  τολμήσατε  να  ανάψετε  ένα  σπίρτο…
Ούτε  στον  ήλιο  ποτέ   εφανήκατε  …   φοβηθήκατε  μη  σας   ξεθωριάσει…  
Ένα  δάκρυ  δεν  ρίξατε   …   δεν   κύλησε   πάνω  σας…      μη  σας   θαμπώσει…
Πανέμορφες    αντίκες… οι  ξύλινες  καρδιές   σας… 





4) ΤΟ  ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ   ΤΗΣ  ΖΩΗΣ  ΣΟΥ..
Κάποιος  … φυλάκισε  τη  ζωή  σου…
Ποιος  είναι   ο  φταίχτης;…
Κάποιος …     εφιάλτης  σε  τρόμαξε… και  δε  βλέπεις  πια  όνειρα…
Κάποιος   σε  έχτισε  μέσα  σε  τοίχους …  για  να  στεριώσει τη  ζωή  σου…
Ποιος    είναι  ο  υπεύθυνος   αυτού  του   έργου;….
Ξεπούλησες  όσο  όσο  το  πατρικό  σου  σπίτι…- μαζί  και  το  παρελθόν σου-
και  στη  θέση  του  έχτισες  μια  πολυτελή  βίλα-   με  τεράστιους  κήπους   που  ποτέ,
δεν  θα  σκάψεις  να  φυτέψεις  ένα  λουλούδι …  δεν  θα το  ποτίσεις ποτέ… ούτε  θα  το  δεις  να  μεγαλώνει...
Έχτισες  καινούριο σπίτι   ,  έχτισες  καινούρια  ζωή ,  όπως  ποθούσες..  
Με  μεγάλα  σαλόνια… που  ποτέ  δεν  θ΄ ανάψεις  τα  φώτα…
Με   πολλά  υπνοδωμάτια…  που  τα  κρεβάτια  θα  είναι  πάντα  σχεδόν    στρωμένα…
Με   οβάλ  τραπεζαρίες  … -που  πάντα  μόνο  ένα   πιάτο  θα  έχει  πάνω-…
με  ασημένια  κηροπήγια  που  ποτέ  δεν  θα  ανάψουν  …
γιατί  ξέχασες   τις  ρομαντικές  βραδιές…
Ξέχασες….  και  κάτι  άλλο…
Πώς,   του  όρους  του  συμβολαίου  της  ζωής  σου…
Εσύ  τους  επέβαλες …
Και   κλείνοντας   τα  μάτια….  
ΥΠΈΓΡΑΨΕΣ… 
ΤΟ  ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ   ΤΗΣ  ΖΩΗΣ  ΣΟΥ.. 


5) ΚΡΥΦΗ ΕΡΩΜΕΝΗ
Ποίηση...
Αγαπημένη μου...
Στου έρωτά σου το κάλεσμα , παρούσα...
Αχαλίνωτο πάθος , μέρεψε τον πόθο μου...
Στις ηδονικές σου κραυγές ... έγινα διάφανη...
Σαν κρύσταλλο ....
που πάνω του χάραξες... προσοχή   εύθραυστον
Και στο αποκορύφωμα της ένωσης μας, έσπασα... σε χίλια κομμάτια...
Και πάλι  ξαναβουτώ  στη φωτιά σου ... να ενωθώ και πάλι... ξανά να σμίξουμε...
ΠΟΙΗΣΗ...
Κρυφή  ερωμένη μου... 



Ποια πιο τρανή απόδειξη της αφοσίωσής της στην Ποίηση;
Και τι είναι η Ποίηση παρά έρωτας και μάλιστα από τους δυνατότερους και ισόβιους;
Με την ευχή να συγκεντρωθεί η δουλειά της κάποτε σε μία συλλογή, περιηγηθείτε στους στίχους της και δεν θα χάσετε. 
Το ταξίδι στη γαλήνη τους είναι εγγυημένο!

Χριστίνα Δούβλη

Μονολογώ...
αιωρούμαι σε λόγια πικρά
με μια άσωτη προέλευση...
στα ουράνια βυθίζομαι,
στη γη αναρριχώμαι...
δεν είναι κρίση κάποια λέξη μου,
είναι απόφαση
που προσπαθεί να μ'αναδύσει...

Άθως Χατζηματθαίου~ ΗΡΘΕΣ



Ένα χαμόγελό σου ήταν αρκετό

για να αλλάξει της καρδιάς μου τους παλμούς

κι εκεί που πήγαινα ολόισια στον γκρεμό

βρέθηκα να πετώ στους ουρανούς

Ήρθες την πιο κατάλληλη στιγμή

λίγα λεπτά πριν πέσει η αυλαία

ήρθες κι ανοίξανε μαζί σου οι ουρανοί

κι όλα φαντάζουν γύρω τόσο ωραία.

Μια μόνο λέξη σου ήταν αρκετή

για να αλλάξει η ζωή μου ριζικά

κι' ενώ πιο πριν σερνόμουνα στη γη

τώρα στους ώμους έβαλα φτερά.

Ελένη Βασιλείου~Ξωτικό

Χθές βράδυ μια μουσική παράξενη ήρθε κοντά μου.Ανοιξα την καρδιά μου και τα χέρια μου για να μπορέσω να την αγκαλιάσω, όμως απομακρύνθηκε , την έχασα.Στην προσπάθειά μου να την ακούσω πάλι, ένα άγγιγμα ένιωσα στο πόδι, χαμηλά.Έστρεψα το βλέμμα , χαμήλωσα κι αντίκρισα ένα μικρό ξωτικό.Όπως στα παραμύθια...Φορούσε ένα φύλλο καταπράσινο στο σώμα, κι ένα δάκρυ είχε για καπέλο στο κεφάλι του.Μου χαμογέλασε, άφησε το καπέλο του στα πόδια μου, κι έφυγε, χάθηκε μαζί με τον αέρα.
Εγώ δεν μίλησα, μόνο του ανταπέδωσα το χαμόγελο,πήρα το κρυσταλλωμένο δάκρυ, καπέλο, και σηκώθηκα απο την καρέκλα που κόντευα να στοιχειώσω εκεί...έψαξα για ενα κουτί μικρό,και βρήκα το καλύτερο, μικρό σεντούκι στην άκρη της καρδιάς μου, μέρος που ποτέ κανείς δεν θα αγγίξει...
μόνο το μικρό ξωτικό, αν ξανάρθει...

E.V.A.

Γιώργος Καδήρογλου-Αυτό το εκτάριο αφρισμένης γης, εύχομαι να βρεις για σένα

βρες ξύλο ....
πνιγμένο από θάλασσα να είναι,
εκεί να πέθανε
και μέσα στα νερά
βάφτιση ζωής να του δόθηκε,
εκείνο τo ξύλο στα χέρια σου να κρατήσεις....
δες...
κομμάτι γης που η ματιά σου αγαπά,
πάτα το ξύλο στο χώμα,
μάτωσε την γη,
άροτρο κάνε το αλατόξυλο σου
τρέχα....
μέχρι να κουραστείς...
περίφραξε τα όνειρα σου,
μην κοιτάς,
μην μετράς,
μόνο όνειρα που είχες σκόρπια βάλε μέσα...
όταν ό κύκλος δέσει
 και την γη ζωγραφίσεις,
τότε έχει το δικό σου χώμα,
 αυτό να θυμάσαι,
 φύλακες τα όνειρα σου έχεις ,
κανείς δεν πρόκειται να στο κουρσεύσει....
αυτό το εκτάριο αφρισμένης γης εύχομαι να βρεις για σένα

Γιάννης Βαρβέρης από τη συλλογή "Πιάνο βυθού"

Αυτές οι νότες
που σας στέλνω με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυo
ως κάτω στον βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.
το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.

Γιάννης Βαρβέρης  από τη συλλογή "Πιάνο βυθού" (1991)

Τάσος Λειβαδίτης

Σ' εκείνους που μέσα σε θυελλώδεις νύχτες εξεγέρσεων ψάχνουν
για ένα φεγγάρι παιδικό
σ' αυτούς που δεν τους έμεινε καιρός, σ' εκείνους που τους ξέχασαν
στην γλυκύτητα του ύπνου όταν όλοι μας είχαν εγκαταλείψει
στους καθρέφτες που κοιταχτήκαμε, στις θάλασσες που δεν θα ταξιδέψουμε
στα μονοπάτια που περπατήσαμε ερωτευμένοι κι ίσως να μην ξαναγυρίσαμε από τότε
στη Μοίρα, στην ωραία νεότητα, στους διαβάτες
( κι εγώ πού πήγαινα; κι ήταν τόσα πολλά αυτά που ζήτησα; Μα τώρα είναι αργά - ώρα να φεύγω )
στα αποδημιτικά πουλιά, στις ατμομηχανές που κουράστηκαν κι
έγειραν στο πλευρό να κοιμηθούνε
στις καλαμποκιές όταν τις λούζει το φεγγάρι, στα κορίτσια που
βγάζουν το φουστάνι τους για να μπούν στον ουρανό,
στην αλληλογραφία ενός αγγέλου μ' ένα παιδί, σ' εκείνους που άργησαν,
σ' αυτούς που δε θα ξανάρθουν
στη γυναίκα που ρίχνει τα χαρτιά, στο γέρο που κλαίει
στην Οδύσσεια που ζει ο ποιητής γράφοντας το πιο μικρό ποίημα
στη φευγαλέα στιγμή που έζησε ένας άνθρωπος ζώντας
μια ολόκληρη ζωή.

Τάσος Λειβαδίτης

Σίρτυς ΙΙ-ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΕΤΑΣ


Η πόλη, και αυτά που συνέβαιναν τον τελευταίο καιρό, τον έπνιγαν.
Σκέφτηκε ν' ανοίξει το φινιστρίνι της αποστάσεως.
Μιας ώρας δρόμος θετικής σκέψης ήταν προς τη θάλασσα.
Έκλεισε τα μάτια του και άφησε να τον παρασύρει κοντά της.
Της μίλησε, ακραγγίζοντας την αργοκύμαντη αθωότητα του χυτώνα της.
Με το υγρό της γαλάζιο, γέμισε μια σύριγγα όνειρα
και την έστρεψε προς τις φλέβες του.
Το πρόσωπο του, θύμισε Γενάρη μήνα και βαρυχειμωνιά.
Σκοτεινό τοπίο αχερουσίας.

Έγειρε, και όστρακο κούρνιασε στη ραϊσιά του βράχου.

Κάποτε, ξύπνησε! Και το μόνο που έμενε να θυμάται
ήταν οι πατημασιές στην άμμο
και της δεξιάς φτερούγας το πράσινο πτίλωμα.

Γιώργος Μανέτας

ΙΡΙΔΑ

Παραστρατίζω μες τα μονοπάτια
Είναι αψιά η εξουσία που μετέχουμε
Όλη η ζωή μου μία δίκη υπέρ αδυνάτου..
Κάτι φορές ακούγεται ο πηλός
Ν’ ασχημονεί κι ήχο κακό να βγάζει.

Τουλάχιστον να βρω το ζύγι που κανέναν δεν θα αδικώ!
Τουλάχιστον να πνέει μέσα μου ελληνικό μελτέμι!

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Η ΓΕΝΕΣΙΣ-ΟΔ.ΕΛΥΤΗΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως
Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου

Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ' τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους
φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα τον κόσμο κλαίγοντας γοερά

Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο λίγο σβήνοντας δεξιά

Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε

Και αυτός αλήθεια που ήμουνα
Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά
Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ' το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:
«Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.

Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
και ψηλά πάνω από τα μπεντένια
ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες καταπώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν
όπου ευωδιάζει απαρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου

Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ' αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια
Γοργόνες και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι

Και το νέφος εχώρισαν στα δύο
Και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν
στο Βορρά

Γράμμα στὸν ἄνθρωπο τῆς πατρίδας μου-Ν.ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

...Μὴν μὲ μαρτυρήσεις!
Καὶ προπαντὸς νὰ μὴν τοῦ πεῖς πὼς μ᾿ ἐγκατέλειψεν ἡ ἐλπίδα!
Καθὼς κοιτᾷς τὸν Ταΰγετο, σημείωσε τὰ φαράγγια
ποὺ πέρασα. Καὶ τὶς κορφὲς ποὺ πάτησα. Καὶ τὰ ἄστρα
ποὺ εἶδα. Πές τους ἀπὸ μένα, πές τους ἀπὸ τὰ δακρυά μου,
ὅτι ἐπιμένω ἀκόμη πὼς ὁ κόσμος
εἶναι ὄμορφος!


Πλούμιτσα

Πρόσμενες νὰ μὲ δεῖς ὅπως τὸ δέντρο
ποῦ κουνιέται ἀπὸ τ᾿ ἄνθη του!.. Ὅμως ὄχι!
Χρειάζεται πολὺς ἥλιος γιὰ ν᾿ ἀνθίσεις!

Η Σατραπεία- Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

 Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ' επιτυχία να σε αρνείται·
να σ' εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ' ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες, και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα Εύγε·
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρείς στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή- Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)

ΝΙΚΟΛΑΣ ΤΕΡΙΖΟΓΛΟΥ (ΠΙΕΡΙΑ)-ο άγνωστος στιχουργός

της Μίνας Παπανικολάου

Αγαπώ τις συμπτώσεις και τις τυχαίες συναντήσεις, τις εκπλήξεις που σκαρώνει η ζωή έτσι για να κάνει τη διαφορά και να μας αποδείξει πως εκείνη έχει το «πάνω χέρι». Έτσι, γνώρισα τον Νικόλα Τεριζόγλου, ξαφνικά, χωρίς να τον έχω συναντήσει ποτέ αλλά μέσα από τον καλύτερο πρεσβευτή της ποίησής του και οπαδό του, τον γιο του Ιορδάνη. Από σύμπτωση λοιπόν βρέθηκε στα χέρια μου η συλλογή στίχων του.

 Ένοιωσα την περιέργεια να δω τι γράφει και γιατί. Ρίσκο στα σίγουρα η ενασχόληση με αυτό το είδος και αν σκεφτεί κανείς πως θεωρείται εύκολο κι εύπεπτο, στην γραφή του δεν συνάντησα καμιά ευκολία.

Γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1956 στο χωριό Κρηνίδας Σερρών από πρόσφυγες γονείς. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας και η μητέρα του από την Τραπεζούντα του Εύξεινου Πόντου. Από το 1960 έως το 1993 κατοικεί στη Θεσσαλονίκη και αμέσως μετά έως και σήμερα, ζει με την οικογένειά του (τη σύζυγο και τους δυο γιους του)  στη Νέα Αγαθούπολη Πιερίας.

Ο Νικόλας Τεριζόγλου γράφει στίχους ρεμπέτικους* , διαχρονικούς, συνεσταλμένους και  «αντρίκιους»  συνάμα. Είναι ευαίσθητος και απόλυτος στις αξίες του. Δεν διαπραγματεύεται ούτε κάνει εκπτώσεις στη γραφή και το συναίσθημά του. Με εντυπωσίασε η πολλαπλή του αναφορά σε λέξεις με ιδιαίτερη φόρτιση όπως:

Μάνα

~Να περιμένεις μάνα
Και θάρθει η στιγμή
Που θα βρεθούμε πάλι
και θάμαστε μαζί

Φιλία
~Φίλος και φίλε έλεγα
μα δεν το εννοούσα
Γιατί δεν ήξερα ποτέ
πως τόσο θα πονούσα


Γυναίκα
~Αν τη γυναίκα αγαπάς
και τη ζωή λατρεύεις
πάντα αυτά είναι μαζί
πρέπει καλά να ξέρεις



Αγάπη
~Αγάπη λέγεται αυτή
λέξη πολύ μεγάλη
που η ψυχή μου λαχταρά
να δώσει και να πάρει




Κοινωνία
~Κοινωνία άνοιξε
τα μάτια σου να δεις
τότε κι εσύ μονάχα
μπορεί να λυπηθείς

και τέλος Ξενιτιά
~Εκεί λοιπόν στην ξενιτιά
Την γύμνια μου την είδα
Μακριά από το σπίτι μου
 και τη γλυκιά πατρίδα


Για τον Νικόλα Τεριζόγλου  οι παραπάνω λέξεις αποτελούν σημειολογικά  τον πυρήνα της θεματολογίας του η οποία εν τέλει τον χαρακτηρίζει απόλυτα.
Το 1922 είναι η χρονιά της Μικρασιατικής καταστροφής την οποία ακολουθεί η αναγκαστική πλέον ανταλλαγή πληθυσμών, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης. Πολλοί μικρασιάτες εγκαθίστανται στις μεγάλες  πόλεις της Ελλάδας φέρνοντας από εκεί τις μουσικές τους παραδόσεις.

Αυτή την περίοδο η θεματολογία του ρεμπέτικου περιλαμβάνει κυρίως ερωτικά (όπως σε όλες τις μουσικές) αλλά και μάγκικα τραγούδια (π.χ. τραγούδια της φυλακής, ναρκωτικά). Ο Νίκος δεν μένει ανεπηρέαστος όπως διαφαίνεται από το σύνολο της συλλογής του. Έχει από πολύ μικρός αποκρυσταλλώσει αυτά τα ακούσματα από τους πρόσφυγες γονείς του κι έτσι τα αποτυπώνει με τη μορφή που του ταιριάζει, στο χαρτί:

Ο Ξεριζωμός

Πριν από χρόνια αρκετά
Αρχές εικοστού αιώνα
Κόσμο ντουνιά πικράνανε
Και θα πονούν ακόμα

Παιδιά από τη μάνα τους
Αρπάξαν, χωρίσανε μικρά
Γέρους και νέους σφάξανε
Κλάψαν, θρηνήσανε πικρά

Ξεριζωμό το είπαμε
Καταστροφή μεγάλη
Σ΄ όλου του κόσμου τις γωνιές
Θέ μου μη γίνει άλλη.

Θα ήθελα να ακούσω να τραγουδιούνται, να τα δω να χορεύονται και με αυτή  ακριβώς την ευχή, σας τα προσφέρω για να τα απολαύσετε.

Καλυψώ Διακίδη


"Κοίτα
η λέξη σου,
κούρνιασε μέσα στην λέξη μου
σαν σπασμένο φτερό
κάτω από την μασχάλη ενός Αγγέλου.."
.



Ν.Π.ΚΑΡΥΔΗΣ (ΛΕΥΚΑΔΑ-ΑΘΗΝΑ) -άγνωστοι ποιητές του αιώνα

 της Μίνας Παπανικολάου

Νίκος Π.Καρύδης



Γνώρισα τον ποιητή Ν.Π.Καρύδη μέσα από τυχαία γνωριμία με την κόρη του την Κατερίνα, διαδικτυακά, όταν εκείνη αποφάσισε να αναρτήσει τμήματα της ποιητικής του προσφοράς στο κατά τα άλλα διαβολεμένο μηχάνημα του internet.Συμπτώσεις και ταυτίσεις με έκαναν  να ρίξω μια ματιά και δεύτερη λίγο αργότερα στα κείμενά το,υ τα οποία σας παρουσιάζω,  καθώς οργανωμένα σε μία ενιαία συλλογή δεν υπάρχουν ακόμη. Εγκαινιάζω ταυτόχρονα, με την ευκαιρία που δίνεται,  την αναφορά μου σε συνέχειες, άγνωστων δημιουργών που για οποιοδήποτε λόγο, λίγη σημασία έχει, δεν αναφέρονται σε κανένα ΕΚΕΒΙ (όχι ακόμα τουλάχιστον) ούτε σε καμμιά άλλη τράπεζα δεδομένων. Πάντα εξάλλου με ενοχλούσε ο όρος τράπεζα κυριολεκτικά και μεταφορικά.


Με την ευχή να ταξιδέψετε μέσα από τις λέξεις του, σας τον παρουσιάζω:


~Ποια ενδοσκόπηση είναι αρκετή όταν είσαι αποφασισμένος να ψάξεις τον εαυτό σου; Και τι βρίσκεις εκεί; Μεροληπτείς ή συνεχίζεις να είσαι  αμείλικτος προς την κατεύθυνση να αντιμετωπίσεις τις αλήθειες σου;


ΘΑ ΒΥΘΙΣΤΩ


Θα βυθισθώ εντός μου

να ενδοσκοπήσω εμαυτόν
απερίσπαστος από ερεθίσματα
εξωτερικά και πρόσκαιρα
κι ας λένε ότι μεροληπτεί
ο εξ ιδίων κρίνων.

Ιούνιος 1971



Καθορίζει την ταυτότητά του λέγοντάς μας ποιος ΔΕΝ είναι. Σίγουρα δεν ήταν ο εύκολος άνθρωπος ή εκείνος που θα έδινε εύκολα το χαμόγελό του παρά μόνο σαν-κατά τα δεδομένα του- άξιζε να χαμογελάσει. Η γενιά του εξάλλου είχε λόγους να μένει συχνά αγέλαστη. Και συνεχίζει την εξερεύνηση στη δική του «Σπηλιά του Πλάτωνα» επιβεβαιώνοντας πως είναι στόχος ζωής και μόνιμη αγωνία του η διαδικασία αυτή. Την εξυψώνει μάλιστα θεωρώντας τη «θριαμβική»..!!


ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ

Δεν είμαι σε απαλά αρπίσματα
της μελίφθογγης κιθάρας εγώ.

Ούτε στο συσπασμένο πρόσωπο

που ο ήχος παραλλάζει
αναγκάζοντάς το να τραγουδήσει..

Δεν είμαι εγώ στον καθρέφτη μπροστά

με το προσποιητό χαμόγελο

Ούτε στο γέλιο που βγαίνει μόνο

από χείλη δυσκολογέλαστα..

Δεν είμαι εκεί

αλλού κάπου έχω αφήσει τον εαυτό μου.
Ίσως σε ένα όνειρο εφηβείας
ανεκπλήρωτο..
Ίσως σε κάποια αποσύνθεση
που δεν θυμάμαι πότε άρχισε…

3/1971




ΘΡΙΑΜΒΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ


Θριαμβική η πορεία σου άνθρωπε

στων αιώνων το πέρασμα.
Θριαμβικός ο στοχασμός σου
έκανε το είναι γίγνεσθαι
έπλασε και γκρέμισε θεούς
πάτησε τ’ ουρανού τ’ αστέρια.
Πάντως λιγότερο θριαμβική
Η πορεία εντός σου.
Της ψυχής σου τα πέρατα
δεν κατάφερες να βρείς
Το ίδιο το είναι σου
δεν το εξερεύνησες
σε πλάτος και σε βάθος
ικανό να σε πούνε
δαμαστή του εγώ σου.
Προχώρει εντός σου
με βήμα ταχύ, ρίξε φώς
στη μουχλιασμένη σπηλιά
στις αλλόκοτες σκιές
στις καταπιεσμένες τάσεις σου-
σ’όλη αυτή την άβυσσο
που κρύβεται εντός σου.
Τότε μπορείς να πείς
Ότι είσαι πραγματικά
Θριαμβευτής των πάντων .


Ο άντρας πίσω από τον ποιητή ή και πριν από αυτόν καθορίζει κομμάτι της ταυτότητάς του. Αναγνωρίζει τα στερνά ή αδύνατα να συμβούν αποδεχόμενος την απώλεια ή την αναγκαία υποχώρηση με τις τιμές που αρμόζουν. Ηλιαχτίδα η γυναίκα! Για την οποία μάλιστα όσα και να γράψει, είναι λίγα Για τον ποιητή μιας ρομαντικής εποχής, η γυναίκα είναι το Παν και το Όλον. Μέσα από αυτή και την  αντανάκλαση στα μάτια και στην ψυχή της, υπάρχει και ο ίδιος..Ζει.


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ω γυναίκα, που ήρθες στερνά
Στερνα στην άχαρη ζωή μου
Όπως μια δειλή ηλιαχτίδα
Το δείλι, ύστερα από μέρα
Βροχερή σκοτεινιασμένη.

Ω νεκρικές πομπές, βουβές

Της ψυχής μου λιτανείες,
Που σε δεχτήκανε οδηγήτρα
Στη μεγάλη δέηση του πόνου
Των λίγων αστεριών του χειμώνα μου..

Ήρθες αργά, μα έπρεπε κάποτε

Η λιτανεία να γίνει
Η ηλιαχτίδα να παίξει
Τα’αστέρια να λάμψουν,
Ο πόνος να βασιλέψει..




ΠΗΡΑ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ

Πήρα ένα κομμάτι χαρτί.
Άρχισα να γράφω την ιστορία μας.
Γραφίδα η σκέψη σου,
μελάνι το αίμα μου,
έμπνευση, ο πόνος μου-

Πήρα ένα κομμάτι ψυχή.

Άρχισα να γράφω την ιστορία μας-
Άρχισα.
Μα ποτέ δεν τελειώνω.


Δυνατή η αναγνώριση των «εγκλημάτων» του, σε όσα πίστεψε ακράδαντα και ήταν τρομερά ανθρώπινα: το δάκρυ των παιδιών, οι πρωϊνές δροσοσταλίδες! Τι πιο ειλικρινές από το δάκρυ των παιδιών; Τι πιο ειλικρινές από τις κλαίουσες δροσοσταλίδες των ματιών τους! Ελευθερόστιχα κείμενα, «γεμάτα» νοημάτων. Ο ποιητής μοιάζει σαν να έγραψε μόλις χθες κι ας πέρασαν 30 και πλέον χρόνια..


ΕΓΚΛΗΜΑ

Τίποτε άλλο δεν έπραξα
από το να σκέφτομαι την ουσία μου-
Τίποτα  δεν αγάπησα πιότερο απ’το δάκρυ των μικρών παιδιών

Βαρύ το αμάρτημα που πίστεψα

στην πρωϊνή δροσοσταλίδα..
Θάνατος η μαχαιριά του ματιού μου
στην ακινησία του Αυγούστου..

Κι όλα τούτα, γιατί την αγάπη μου

τη βρήκαν λέει περιττή κι ανούσια.
Και τη σκότωσαν κοιμισμένη στη βρύση του ματιού μου



Τι καταργεί τον ποιητή; Τι τον καθορίζει; Μερικές στιγμές, μένει μετέωρος μπρος στις αποφάσεις που η ζωή μόνη της παίρνει. Νοιώθει αδύναμος, η προσωπική του δημιουργία μόνο καταγράφει τη συζήτηση με τα έσω και τον καθιστά τόσο ανθρώπινο. Περισσότερο από πριν, γιατί τώρα κατανοεί πως τα όριά του είναι εκείνα κάθε άλλου ανθρώπου. Δεν δικαιολογεί τον εαυτό του όμως γι΄αυτή του την αδυναμία ,αποζητά την επιστροφή στις  «ρίζες», στην αρχική δημιουργία του και  στην αναγέννηση. Πόσες φορές όλοι μας δεν θελήσαμε να σβήσουμε μονοκοντυλιά την πρότερη ζωή μας; Ο Ν.Π.Καρύδης τολμάει και καταγράφει τη στιγμή που εκείνος λυγίζει.



ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ

Είναι στιγμές που ο χρόνος χάνεται
Ο χώρος μετατρέπεται σε χάος.
Το Είναι στροβιλίζεται ανελέητα
σ’ αυτή μέσα τη χαοτική απεραντοσύνη_
Ίλιγγος, ζάλη, καλπασμός ξέφρενος
η σκέψη μ’ οδηγεί στα Αρχέτυπα
στο Πρώτο-Ανώτατο-Υπέρτατο_
Εκεί που ο χρόνος αρχίζει
που ο χώρος εκτείνεται
που οι αισθήσεις εξατμίζονται-
Εκεί που συναντιέται
Το Μηδέν και το Παν .

Κι είναι αυτή του η στιγμή που με έκανε να ταυτιστώ και να ρίξω μια δεύτερη ματιά στον άνθρωπο πίσω από τις λέξεις του. Χαίρομαι που  «βρήκα» κι εμένα, σε πολλά σημεία του έργου του.Με την ευχή να δούμε τα ποιήματά του στις προθήκες.

Ευχαριστώ την κόρη του Κατερίνα Καρύδη, για την ευγενική παραχώρηση των κειμένων και την εμπιστοσύνη της .

Κατερίνη 25/5/2011 
Επίσης στους ιστοτόπους:www.pierialife.gr και destogr.blogspot

Φοβάμαι-Μανώλης Αναγνωστάκης

Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια

έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που με καταλερωμένη τη φωλιά

πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που σου ‘κλειναν την πόρτα

μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια

και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο

να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που γέμιζαν τις ταβέρνες

και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ

και τώρα τα ξανασπάζουν

όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν

και τώρα σε λοιδορούν

γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Ένα σώμα φωτιά-Σοφία Στρέζου

Ένα σώμα φωτιά
κι ένα πρόσωπο να κοιτά
γκρεμισμένους τοίχους
στο άδειο μιας ψυχής
που εναποθέτει ανάσες σε κλειστά παράθυρα
εγκαταλείποντας την ανάμνηση
όσων έζησε σε ανύποπτους χρόνους
με ρημαγμένους πόθους
σε εντοιχισμένους στεναγμούς.

Ένα σώμα φωτιά

απεγνωσμένα ψάχνει
την έξοδο να βρει
για να σωθεί
από μηνύματα που γράφτηκαν
σε ώρες τυφλής υποταγής
φυσώντας ελπίδα σε ανείπωτα συναισθήματα.
για να μη γίνει καθεστώς η απώλεια λάμψης
σαν εμφυτεύαμε στην αλήθεια
με επίγνωση της ελευθερίας.

Δυο σιωπηλοί μάρτυρες
στα χαρακώματα της λύπης
στις ρωγμές της θλίψης
αντιστέκονται...

Ένα σώμα φωτιά

έσβησε μέσα στη στάχτη
πεπρωμένου ανίκητου
τολμώντας την ευθανασία του χρόνου.

Σε προσέχω σαν δάκρυ-Ρηνιώ Παπανικόλα

Ρηνιώ Παπανικόλα

Σε προσέχω σαν δάκρυ μη χάσει το σχήμα του,
τι νομίζεις μας έχει απομείνει καρδιά μου,
μια φούχτα τσαγανόφλουδες.

Σε προσέχω σα δάκρυ μη χάσει το σχήμα του.
-Ξέρεις; Ναι, ξέρεις.
-Εγώ δεν ξέρω.

Κι οι ψαλμωδίες δεν τολμάνε ν' αγγίξουν
τον θόλο τους και χάνεται ο απόηχος.
Αλάτισέ μου το σκήπτρο σου κι αυτή
τη γεύση την έχασα.

Τι νομίζεις μας έχει απομείνει καρδιά μου,
μια αντάρα μες στη θάλασσα.

Ημέρωσέ μου τα κίτρινα, υποφέρω.
Φέρε τη γνώμη σου κοντά μου, εξαφανίζονται.

Τα τζιτζίκια όπως πάντα ξετρελαίνουν τον κόσμο,
ήχος πυκνός και αδιάσπαστος, ήχος παρηγορητικός,
ήχος καθησυχαστικός, ήχος που δεν μας αφορά πια.
Σε προσέχω σα δάκρυ μη χάσει το σχήμα του.