Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ-ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου
όπου χρόνια,
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το Ναό·
γιγάντιες σκέψες
σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα
σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα
άναβαν στο νου μου,
τι όλη μου καίγονταν μονομιά  η ζωή
στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!

Γι’ αυτό δεν είπα:
Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.
Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,
και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,
καταβολάδα του Εμπυραίου,
με την δάδα τούτην,
ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα,
όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης
ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!

Είπα κι εβάδισα
κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι
στο Καύκασό Σου
και το κάθε πάτημά μου
ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο
τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου
τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου
γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα
καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.

Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,
καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου
της Λευτεριά Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου
βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο,
καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης
όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!

Κ’ είπα:
Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου
οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι.
Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο,
μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω.
Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα
του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,
μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους
όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!

Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!
Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,
να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει
ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει
τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!
Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,
και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»

"Ομπρός, οι δημιουργοί... Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!
Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!
Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση
δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει
τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου
και το μακρά και το σιμά για με πια είν' ένα!
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι
βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!

Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.
Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!
Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,
τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,
και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,
σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα,

αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!


3ο τεύχος του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» (19.5.1945)

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ΕΡΜΗΝΕΥΜΕΝΟΣ ΑΠΟ 77 ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ



ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ - ΣΤΙΧΟΙ

Του Κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου
Και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου,

Και των αρμάτω οι ταραχές, έχθρητες και τα βάρη,
Του Έρωτα η μπόρεση και της φιλιάς η χάρη,

Ετούτα μ'εκινήσασι τη σήμερον ημέρα
ν'αναθιβαλω και να πω τα κάμαν και τα φέρα

Τότες μια άγάπη μπιστική στον κόσμο έφανερώθη
Κ'εγράφτη μέσα στην καρδιά κι ουδέ ποτέ τση έλειώθη.

Και με τιμή ήταν (ήσαν) δυό κορμιά στου πόθου το καμίνι
Και κάμωμα πολλά ακριβό σ' έτοιους καιρούς εγίνη

Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα,
Που ό κύρης σου μ' έξόρισε στης ξενιτιάς τη στράτα;

Τέσσερεις μέρες μοναχάς μου'δωκε ν'ανιμένω
Κι άπόκει να ξενίτευτώ,πολλά μακρά να πηαίνω

Και πως να σ' άποχωριστώ και πως να σου μακρύνω
Και πως να ζήσω δίχως σου στον ξορισμόν έκείνο;

Κατέχω το κι ο κύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει
Ρηγόπουλο, αφεντόπουλο, σαν έισ' έσύ γυρεύει
.
Κι ο κύρης όντε βουληθεί και θε να με παντρέψη
Και δω πως γάμο κτάσσεται και το γαμπρό γυρέψη,

Καλλιά θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
Άλλος παρά ο Ρωτόκριτος γυναίκα να με πάρη.




Παρακαλώ, θυμού καλά, ό,τι σου λέγω τώρα
Και γρήγορα μισεύγω σου, μακραίνω από τη χώρα

Μα όπου κι αν πάγω, όπου βρεθώ και τον καιρό που ζήσω
Τάσσω σου άλλη να μη δω μηδέ ν' ανατρανίσω

Καλλιά 'χω εσέ με θάνατο παρ' άλλη με ζωή μου,
Για σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου.




Τούτο εδώθη σ'ολους μας: ότι κι αν πεθυμούμε,
Μ'ολον οπού 'ναι δύσκολον, εύκολο το κρατούμε
Κι εύκολα το πιστεύγομε κείνο που μας αρέσει
Και κάθα είς σ' τούτο μπορεί να σφάλει και να φταίση.

Tα πάθη πια δεν κιλαδεί το πικραμένο αηδόνι,
αμέ πετά πασίχαρο, μ' άλλα πουλιά σιμώνει.

Ετούτ' η αγάπη η μπιστική με τη χαρά ετελειώθη
Και πλερωμή στα βάσανα μεγάλη τως εδόθη.

Για τούτο οπού 'ναι φρόνιμος , μηδέ χαθή στα πάθη
Το ρόδο κι όμορφος αθός γεννάται μες στ' αγκάθι.

Και κάθα είς που εδιάβασεν εδά κι ας το κατέχη :
Μη χάνεται στον κίνδυνο, μα πάντα ελπίδα άς έχη.

Στάλα τη στάλα το νερό το μάρμαρο τρυπάτο
Εκείνο που μισεί κανείς γυρίζει κι αγαπάτω.

Τα μάτια δεν καλοθωρούν στο μάκρεμα του τόπου
Μα πιο καλά και πιο μακριά θωρεί (βλέπει) η καρδιά του ανθρώπου.

Απ'οτι κάλλη έχει ο άνθρωπος τα λόγια έχουν τη χάρη
Και κάνουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει

Για μένα όλα σφάλουσι και πάσιν άνω-κάτω
Για ΜΕ Ξαναγεννήθηκε η φύση των πραγμάτων.

Για μένα όλα σφάλουσι και πάσιν άνω-κάτω
Για ΜΕ Ξαναγεννήθηκε η φύση των πραγμάτων.

***********************************************
2011

 ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ΕΡΜΗΝΕΥΜΕΝΟΣ ΑΠΟ 77 ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΣΕ 40 ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ
77 καλλιτέχνες, 40 διαφορετικά σημεία της Αττικής και ένα αριστούργημα της ελληνικής λογοτεχνίας, συνθέτουν τον καμβά της δράσης και της δημιουργίας του «εναλλακτικού» video «Παίζουμε Οικολογικά -- Ζούμε Λογικά -- Ενεργούμε Ομαδικά»!

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Rue Lepsius Κ.Π.Καβάφη-Νίκος Ξυδάκης

Ο Νίκος Ξυδάκης παρουσιάζει το έργο "Rue Lepsius" Μουσική Προσωπογραφία του Κ.Π. Καβάφη

Τραγουδούν ο Τάσος Αποστόλου και ο Νίκος Ξυδάκης.
Στο ρόλο του αφηγητή ο Διονύσης Καψάλης.
Συμμετέχει ο Δημήτρης Ν.Μαρωνίτης.
Ενορχήστρωση:Δημήτρης Μπουζάνης, Γιώργος Διαμαντόπουλος
Πιάνο: Δημήτρης Μπουζάνης,Βιολοντσέλο: Μιχάλης Πορφύρης, Έλλη Φιλίππου
Κοντραμπάσο: Κώστας Πατσιώτης,
Συμμετέχει το κουαρτέτο νέων μουσικών DORΌS.





Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

ΧΑΜΕΝΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ-Φ.ΝΙΤΣΕ

Ο στοχασμός έχει χάσει όλη την εξωτερική του αξιοπρέπεια. Έχουν γελοιοποιήσει το τελετουργικό και την επίσημη στάση εκείνου που στοχάζεται, δεν μπορούμε πια να υποφέρουμε ένα σοφό της παλιάς σχολής.
Τώρα σκεφτόμαστε πολύ γρήγορα, στην πορεία, την ώρα που περπατούμε, μέσα σε κάθε λογής υποθέσεις, ακόμα κι όταν σκεφτόμαστε τα πιο σοβαρά πράγματα..
Δεν χρειαζόμαστε πολλή προετοιμασία , ούτε πολλή σιωπή: όλα γίνονται σα να είχαμε στο κεφάλι μας μια  μηχανή που να γυρίζει αδιάκοπα και που συνεχίζει τη δουλειά της, ακόμα και στις χειρότερες συνθήκες.
Άλλοτε, όταν κάποιος ήθελε ν΄αρχίσει να σκέφτεται-ήταν κάτι το εξαιρετικό!- το καταλάβαινες αμέσως.
Παρατηρούσες πως ήθελε να γίνει σοφώτερος και προετοιμαζόταν για μιαν ιδέα: το πρόσωπό του συγκεντρωνότανε, όπως στην προσευχή.
Ο άνθρωπος σταματούσε στην πορεία του και μάλιστα έμενε ακίνητος ώρες ολάκερες καταμεσής του δρόμου, στο ένα του πόδι ή και στα δυο, σαν του "ερχότανε" η ιδέα.
Τότε το πράγμα "άξιζε τον κόπο".