Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

ΦΩΣ- Bασίλης Παπαμιχαλόπουλος

 

 

Το δείπνο λιτό,
γυμνό το βράδυ
και το παιδί ξυπόλητο
κρατώντας κερί κατεβαίνει.
Ακούω το ήχο των τρωκτικών και τρομάζω.
Μη φεύγεις φωνάζω αλαφιασμένος.
Τα υπόγεια βρίθουν από σκοτάδια και κινδύνους.
Καταπίνουν ανάσες, μνήμες ολόκληρες.
Μη φεύγεις επαναλαμβάνω.
Φοβάμαι, αγωνιώ τόσο,
καθώς εκεί στις απότομες στροφές
οι σκιές μεγαλώνουν τόσο πολύ
ώστε αρνούνται τα σώματά μας.
Παίρνουν ψυχή από την ψυχή μας
και χώνονται στα μουλωχτά να μηρυκάσουν.
Αγωνιώ.
Σκίζω τις σάρκες μου για λίγο φως, – ελάχιστο,
από τα μέσα μου.
Έξω, η μέρα υψώνεται σαν τοίχος
Η βροχή,
ένας φονιάς που γαζώνει.
Ακόμα και το ουράνιο τόξο
καρφώνει την πολιτεία στην καρδιά της.
Μη φεύγεις παιδί, ψιθυρίζω απελπισμένος.
Να λίγο φως…
Έλα, κοιμήσου εδώ.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Αυτός που σωπαίνει-Τάσος Λειβαδίτης (απόσπασμα)




Όμως εσύ σωπαίνεις...
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν...

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα...
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά...

Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει...



Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα-Ν.Βρεττάκος


Δὲ θὰ ξανάρθω πιὰ κοντά σου
νὰ μὴν ἀκούσεις τὸ ποτάμι
ποὺ μὲς στὸ στῆθος μου κυλᾷ.
Ἂν δεῖς τὸν ἥλιο νὰ σοῦ γνέφει
τὸν ἕσπερο νὰ σὲ ρωτᾷ,
βάλε τὰ σπάρτα τὰ μαλλιά σου
τὶς μυγδαλιὲς στὴν ἀγκαλιά σου
κι᾿ ἔβγα νυφούλα στὰ βουνὰ.
Ἔβγα νυφούλα στὰ βουνά,
κι᾿ ἂν σὲ ρωτήσουνε τ᾿ ἀλάφια,
ἂν σὲ ρωτήσουν τὰ πουλιά,
πές τους: θὰ βγῶ μὲ τὸ φεγγάρι,
μὲ τρεῖς ἀγγέλους συντροφιά!
Διπλὸ γαρύφαλλο στ᾿ ἀφτί μου,
ἡ μάνα μου καὶ τ᾿ ἄλογό μου,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κ᾿ ἑφτὰ παιδιά!

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσης
ὡς τὸ ἄλλο πρωί, ὡς τὸ ἄλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή,
Ἐδῶ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δίπλα,
μ᾿ ἕνα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρῶ μία πηγή.
πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνῶ μ᾿ ἕνα ψωμὶ στὴ μασχάλη.
Ἔχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε,
γιατὶ πάντοτε θὰ σοῦ γυρίζω μουσκεμένος.
Ἔχε ζεσταμένο στὰ γόνατά σου ἕνα πουκάμισο
κι ἔχε τὸ νοῦ σου στὴν πόρτα
καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστῶ, γιατί,
δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι ἄστρι, κάθε φορά,
ἀπὸ τὴν ἄκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου.

Ἡ βρύση τοῦ πουλιοῦ

Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πᾶρε μου ὅλες
τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,
τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,
νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν
οἱ γρῦλοι μία φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε
ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα.
Ὅπως ἡ βρύση τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη.
Νὰ γιομίζω μὲ τὸ μουρμούρισμά μου
τὴ μεγάλη κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ.
Νὰ θησαυρίζω τὰ νερὰ τῶν βροχῶν
καὶ τὶς ἀνταύγειες ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου.
Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι
κι ἕνας ἕνας νὰ προσπερνοῦν.
Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα,
τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου, τοῦ ἡλιογέρματος
τὸ γαρουφαλένιο ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,
τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου
καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Ὢ τί καλὰ πού ῾ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!



Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Tango-Jorge Luis Borges

painting of Alvaro Castagnet
  
 
Πού να βρίσκονται; ρωτά η ελεγεία
για κείνους που πια δεν υπάρχουν, μαθές,
σα να υπήρχε ένα μέρος όπου το Χθες
είναι το Σήμερα, το Ακόμα ή το Επιπλέον μία.

 
Πού να βρίσκονται (επαναλαμβάνω) από απάχηδες τόσες γενιές
που πήγαν κι έστησαν μια τρομερή νύχτα
σε σκονισμένους χωματόδρομους ή σε χαμένες γειτονιές
του στιλέτου και της μαγκιάς τη σέχτα;

 
Πού να βρίσκονται εκείνοι που πέρασαν;
Στην εποποιία ένα επεισόδιο κόμισαν χορηγία
κι ένα θρύλο στο χρόνο. Που δίχως καμία κακία,
όφελος ή ερωτικό πάθος ο ένας τον άλλον μαχαίρωσαν;

 
Τους ψάχνω μέσα στους θρύλους τους, στην τελευταία
θράκα που, όπως ένα αναπάντεχο τριαντάφυλλο,
κρατάει κάτι από εκείνον τον ψυχωμένο όχλο
στο Κοράλες και στην Μπαλβανέρα την ωραία.

 
Σε ποια σκοτεινά στενοσόκακα ή τόπο έρμο
του άλλου κόσμου θα κατοικεί η γρανιτένια
η σκιά εκείνου του Μουράνια,
του μαχαιροβγάλτη απ’ το Παλέρμο;

 
Κι εκείνος ο μόρσιμος Ιμπέρα 
(που κι οι άγιοι τον λυπούνται)
σ’ ένα γιοφύρι του δρόμου, 
του Νότου, του αδερφού του, έδωσε χτύπημα θανάτου.
Στα φονικά τον ξεπερνούσε 
κι έγιναν οι φόνοι πάγιοι.

 
Μια μυθολογία κοφτερών εγχειριδίων
σβήνει αργά μέσα στη λήθη.
Ένα τραγούδι για άθλους ελήφθη
μέσα στο θόρυβο των αστυνομικών δελτίων.

 
Μα υπάρχει κι άλλη θράκα, κι άλλου πυρακτωμένου ρόδου,
από τη στάχτη που τους φυλάει ακέραιους.
Εκεί βρίσκεις μαχαιροβγάλτες αγέρωχους
και το βάρος του αθόρυβου μαχαιριού ενός βάρδου.

 
Αν κι αυτό το εχθρικό στιλέτο ή τ’ άλλο στιλέτο,
ο Χρόνος, τους έστειλε κάτω απ’ το χώμα,
σήμερα, έξω απ’ του χρόνου το παραπέτο,
το θάνατο, εκείνοι οι πεθαμένοι ζουν 
μεσ’ του τάνγκο το σώμα.

 
Μεσ’ στις χορδές της μουσικής βρίσκονται,
στης κιθάρας το αργό το παίξιμο,
και λέει μια μιλόνγκα μ’ αλέγρου ρυθμού πλέξιμο
για το γιορτάσι και την αθωότητα σαν πέτονται.

 
Γυρίζει ο κίτρινος τροχός πάνω απ’ το κενό
μ’ άλογα και με λιοντάρια. 
Ακούω την ηχώ
και με του Αρόλας και του Γκρέκο τα τάνγκο ξεψυχώ
που είδα κάποτε να χορεύουν στο στενό,  
κάποια στιγμή που αναδύεται απ’ το πουθενά,
δίχως πριν ούτε μετά, 
ενάντια στη λήθη,
που θυμίζει της ίδιας της απώλειας τα ήθη,
το χαμό και το ανακτημένο ξανά.

 
  Στ’ ακόρντα υπάρχουν πράγματα παλιά, στους στίχους:
στο άλλο πάτιο και στης κληματαριάς τους γρίφους.
(Πίσω απ’ τους καχύποπτους τοίχους
ο Νότος κρατάει την κιθάρα και τη λαβή του ξίφους).

 
Εκείνο το ξέσπασμα,
το τάνγκο, 
εκείνη η διαβολιά, 
της ζωής τα μεστά χρόνια προκαλεί.
Φτιαγμένος από σκόνη και χρόνο, 
ο άνθρωπος διαρκεί λιγότερο κι απ’ του μεσημεριού την αντηλιά,
που δεν είναι άλλο από Χρόνος. 
Το τάνγκο ένα ψεύτικο 
Χθες φτιάχνει, 
όπου βγαίνει αληθινή κατά κάποιο τρόπο
η απίθανη ανάμνηση ότι ένας σ’ έναν ανάστατο τόπο,
στον καβγά, 
σε μια γωνιά του προαστίου 
έχει πεθάνει. 

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Αφιέρωμα στους Κούρδους ποιητές

 πηγή: http://www.cemilturan.gr/

 

 

 

 ********************************

 Σέρκο Μπέκας

 

ΤΟ ΟΠΛΟ

Για να δώσουν ευτυχία στο βουνό
τα δέντρα παρακάλεσαν τον άνεμο
να κάνει μουσική μαζί τους σα να ’ταν φλάουτα.
Για να ελαφρύνει την πλήξη του κήπου
το πουλί ζήτησε απ’ το ποτάμι
να βάλει τα κύματά του να χορέψουν.
Και για να ζήσει η ποίηση ελεύθερη
η γη ζήτησε από τα αντάρτικα τουφέκια
να πυρπολήσουν τη σκοτεινιά της νύχτας
και να πεθάνουν στην αγκαλιά του ήλιου.
ΧΙ
Στη χώρα μου
οι εφημερίδες γεννιούνται βουβές
τα ραδιόφωνα γεννιούνται κουφά
οι τηλεοράσεις γεννιούνται τυφλές
κι όσους στη χώρα μου
θέλουν όλα ετούτα να γεννιούνται γερά κι ελεύθερα
τους κάνουν βουβούς και τους σκοτώνουν
τους κάνουν κουφούς και τους σκοτώνουν
τους κάνουν τυφλούς και τους σκοτώνουν
τέτοια συμβαίνουν
στην πατρίδα μου.
ΧΙΙ
Δώδεκα τα μεσάνυχτα ακριβώς
δύο συντροφιασμένα χέρια
ακριβώς
όπως οι Κούρδοι κι όπως η θλίψη
Δώδεκα τα μεσάνυχτα
όπως η φαντασία μου
ένα φωτεινό τραπέζι για το δείπνο
είκοσι τσιγάρα
και μια μονάχα λέξη-κλειδί
μετά τη μία η ώρα
δυο δάχτυλα στο ρολόι χωρισμένα
όπως εγώ απ’ την πατρίδα μου
Μετά τις δύο η ώρα
σαν τους εξόριστους και τους πρόσφυγες που γυρεύουν άσυλο
η πένα, το χαρτί μου και τ’ άλλα σκόρπια στο τραπέζι
όλα αλλιώτικα και μπερδεμένα
Μετά τις τρεις η ώρα
τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα
και στάχτη από τσιγάρα
το δωμάτιο γεμάτο καπνό
Στο πλάι ένας ποιητής που αποκοιμήθηκε
κι ένα ποίημα που αγρυπνά.

 

 

*************************************

 

 Αχμέτ Αρίφ

τριάντα  τρεις σφαίρες

 

Αυτό το βουνό, είναι το βουνό του Μεγκενέ

Όταν απλώνεται το πρώτο φως της αυγής, στη Βαν

Αυτό το βουνό, είναι παιδί του Νεμρούτ

Όταν απλώνεται το πρώτο φως της αυγής απέναντι στο Νεμρούτ

Η μια του πλευρά, με στοίβες το χιόνι, ο ορίζοντας του Καύκασου

Η άλλη του πλευρά, πλουμιστό χαλί, στα χέρια του Πέρση

Στις κορυφές του τσαμπιά οι πάγοι

Στα κεφαλόβρυσα φυγάδες αγριοπερίστερα

Και αγέλες ζαρκαδιών

Κοπάδι οι πέρδικες…

 

Τη γενναιοψυχία δεν μπορεί να αρνηθεί

Σ΄ αγώνα σώμα με σώμα. Σε μονομαχία ποτέ δεν ηττήθηκαν,

Εδώ και χιλιάδες χρόνια, τα παιδιά αυτού του τόπου

Έλα, πώς να δώσουμε την είδηση;

Αυτό, δεν είναι σμήνος γερανών

Δεν είναι αστερισμοί στον ουρανό

Μα μια καρδιά με τριάντα τρεις σφαίρες

Τριάντα τρεις ανάβρες αίμα

Δεν χύνονται,

Έχουν σχηματίσει λίμνη σ’ αυτό το βουνό…

 

Στο κάτω μέρος της ανηφοριάς πετάχτηκε ένας λαγός

Η ράχη του καστανό και γκρίζο

Η κοιλιά του κάτασπρη, λευκή σα γάλα

Ένας λαγός βουνίσιος. Με δυο ψυχές, ο δόλιος,

Έτσι, με την ψυχή στο στόμα, ο καημένος

Ξυπνάει του ανθρώπου τη μεταμέλεια

Ήσυχοι ήταν, ήσυχοι ήταν οι καιροί

Ήταν δίχως ψεγάδι, ολόγυμνη η πρωινή αυγή

 

Κοίταξε ένας από τους τριάντα τρεις

Στο στομάχι του αίσθημα βαρύ το κενό της πείνας

Μαλλιά - γενιά μια παλάμη

Ψείρα στο γιακά του,

Κοίταξε τα χέρια του. Χτυπημένα.

Ένας αντρειωμένος με καρδιά κόλαση

Μια, το δόλιο το λαγό

Μια, πίσω του.

 

Ήρθε στο νου του το χαϊδεμένο του φιλίντα,

Αράθυμο κάτω από το μαξιλάρι του,

Πήγε ο νους του στο πουλάρι

που είχε φέρει απ’ τον κάμπο του Χάρου

Η χαίτη του με μπλε χάντρες,

Έπεφτε στο κούτελό του

Οι τρεις φτέρνες του άσπρες

Έτρεχε καλπάζοντας ακούραστο, γοργοπόδαρο

Κόκκινη φοράδα σεγκλαβί.

Πώς πετούσαν ίσια στο Χόζατ!

 

 

**************************************

 

Χεζάρ

ΚΟΙΜΗΣΟΥ, ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΚΟΙΜΗΣΟΥ

 

Γιε μου, φως των ματιών μου, στήριγμα των σπλάχνων μου.

Δύναμη της ψυχής μου,

Κοιμήσου, κοιμήσου καλά, είναι ήδη αργά.

Κοιμήσου, κοιμήσου παιδί μου, πριν η γαλήνη της νύχτας κοπάσει.

Κοιμήσου, κοιμήσου παιδί μου, κοιμήσου

αλλιώς θα περάσω μια νύχτα θλίψης.

Σταμάτα, σταμάτα παιδί μου να κλαις.

Ξέρω, κλαις γιατί πληγώνει να είσαι ξαπλωμένος στην κούνια

αναρωτιέσαι γιατί είσαι φασκιωμένο και δεμένο,

σκέφτεσαι ότι το σώμα σου δε μπορεί πια

να αντέξει αυτά τα δεσμά.

Θες να μάθεις γιατί μόνο οι Κούρδοι είναι έτσι δεμένοι

Πίστεψε στην πείρα μου, γιε μου!

Άσε με να σου πω, είναι καλύτερα για σένα

να εξοικειωθείς τώρα με τη σκλαόιά.

 

 

 

 **********************************

Ραμπούν Μπελενγκάζ

 

 Ι

Τι κάνω εγώ εδώ μέσα, σε τούτο το γυμνό δωμάτιο;

Βρίσκω ξανά τις σκέψεις στην κορνίζα του παράθυρου

υφασμένες από δρόμους των περασμένων σαν τον

αργαλειό της πώς την λένε

καθώς η νικοτίνη λεκιάζει τα δάχτυλα.

Και προσέχω όλο και περισσότερους περιορισμούς,

τους τοίχους, τα παράθυρα και τις ρηχές επιφάνειες

στους καθρέφτες.

Ο φράχτης των συγκινήσεων .

Σημείωσε τον συμβολισμό καθώς υψώνεται το πουλί στον ουρανό.

 

Το πάρκο χιονισμένο. Μαρτυρικά δέντρα γυμνά

καρφωμένα στο χώμα. Απ’ το φλιτζάνι μου ατμός

υψώνεται στριφτός καθώς λιποθυμούν οι απαλές

νιφάδες

και σαν την Αλίκη παραπατούν σ’ ένα καρότσι

και σκέφτομαι πώς να εκμεταλλευτώ αυτό το χιόνι, την

καθαρότητά του που παρακαλάει να βρει την έκφρασή του.

 

Μα το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι τα λασπωμένα χνάρια

ένα κρίκο από πατήματα που άφησε κάποιος λίγη

ώρα πιο πριν και μοιάζουν με την τυπωμένη σελίδα.

Κι όση ώρα χρειάζεται ετούτο εδώ το χιόνι

να πέσει και να κρύψει τα σημάδια, τόση χρειάζεται

κι η σκέψη ώρα να μικρύνουν στην ίδια

άδεια σελίδα της αφετηρίας μου. Έχουνε δίκιο

που λένε, τίποτε δεν έχει μεγαλείο

αν δεν μας σώζει απ’ το αιώνιο κι εγώ κοιτώ το χιόνι

τη σελίδα μου και ξέρω πως δεν βλέπω τριαντάφυλλα.

 

 

 

 ***********************************

 

Μαρούφ Ομέρ Γκαλ

ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ 

 

Συνηθίσαμε το ραντεβού μας με το χιόνι.

‘Η σταματάμε την προέλαση του εχθρού

ή πεθαίνουμε πάνω στα βουνά.

Εχθρού τα γόνατα δεν αντιστάθηκαν στο χιόνι ακόμα

κι ανώφελα εδώ τα τανκς

μόλις φανεί ένα τάγμα αντάρτες

κόβει την πορεία του

γιατί τα βουνά μας άλλοτε τα τυλίγει η φωτιά

κι άλλοτε πνίγονται στο χιόνι.

Μόλις τολμήσουν να ανεβούνε στο βουνό

δες πόσα κουφάρια πίσω τους αφήνουν.

 

1986, βουνό Χαντίλ

 

 


 ************************************

Λατίφ Χιλμάτ

Ο ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ ΜIΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ

 

Όταν γεννήθηκα οι θλίψεις ήταν φυσικές σαν τον άνεμο,

ο θάνατος ήταν φυσικός σαν τις σκιές και σαν τις πέτρες

κι η ευτυχία όπως ακριβώς,

τα τσιγάρα και τα σπίρτα στα βενζινάδικα, ήταν απαγορευμένη.

Η σιωπή ήταν το παράσημο που προτιμούσαν

στο στήθος τους όλοι οι δειλοί ποιητές,

οι λέξεις ήταν μαχαίρια που γύρευαν

το λαιμό όποιου τις πρόφερε.

Τότε ήρθα εγώ και πυρπόλησα

τις ρίζες του φόβου

πάνω στους ανέμους των καιρών.

Στη χώρα της πείνας και της ξηρασίας

έκανα την ποίησή μου ποταμό αρωμάτων

και καταράστηκα τον αιώνα

που πιάνει τους ποιητές με το φόβο

στη χρυσή παγίδα του παρά

που πιάνει με την πείνα τα πουλιά

σε δόκανα και ξόβεργες κάθε λογής.

 

 

Στα βουνά και στους κάμπους φώναξα:

Αχ, πεινασμένη μου πατρίδα,

σ’ αγαπώ, ναι, σ’ αγαπώ

είμαι εδώ και οργώνω αυτή τη γη

με τα βλέφαρά μου

λιβάδι να γίνει και κήπος

λουλούδια να φυτρώνουν κι ωραία ποιήματα

για τα παιδιά του κόσμου που έρχεται

κόσμου γεμάτου αγάπη, ελευθερία και ειρήνη.

 

 

 *****************************

Αντάρ Ζιγιάντ

ΕΙΜΑΙ ΣΕ ΤΑΞΙΔΙ 

 

Δεν μπορώ να περιμένω

Είμαι σε ταξίδι, φεύγω

Μπροστά μου υπάρχει μάχη και αγώνας

Είμαι σε ταξίδι, φεύγω

Τι σημασία έχει πόσο μακριά είναι

Από το Βορρά ώς το Νότο

Ακόμη κι αν είναι σα να ταξιδεύεις

Στην κόψη του ξυραφιού

Είμαι σε ταξίδι, φεύγω

Ακόμα κι αν είναι οι εχθροί στο δρόμο

Κι αν η γη ακόμα κι οι πέτρες γίνουνε φίδια

Αν όλα χτυπήσουν ιοβόλε στη στιγμή

Είμαι σε ταξίδι, φεύγω

Ακόμα κι αν πέφτουν οι σφαίρες βροχή

Αν έρθουν οι εχθροί αμέτρητοι σα φύλλα το φθινόπωρο

Αν έρθει ο στρατός του κατακτητή

Εγώ είμαι σε ταξίδι, φεύγω.

Ακόμα κι αν οι δωσίλογοι συνωμοτήσουν

Με τους προδότες για να με τσακίσουν

Κι αγκάθια είναι γεμάτος ο δρόμος 

 

Είμαι σε ταξίδι, φεύγω.

Θα υπερασπίσω αυτόν εδώ το δρόμο

Μπορώ να καταθέσω για την ελευθερία

Πλησιάζω αργά αργά

Είμαι σε ταξίδι, φεύγω

Στο δρόμο με τις πλαγιές και τις κοιλάδες

Για την ελευθερία και την ανεξαρτησία

Δεν θα γυρίσω πίσω

Είμαι σε ταξίδι, φεύγω

Είμαι σε ταξίδι, ο δρόμος ανοίγεται μπροστά μου

Οι εχθροί μου περίσσεψαν

Ακόμα κι αν ο κόσμος όλος μου επιτεθεί

Είμαι σε ταξίδι, φεύγω.

Δεν θα σταματήσω ποτέ.

Δεν θα γυρίσω ποτέ,

Έναν μονάχα δρόμο έχω, όχι δύο.

Είναι ο δρόμος της πατρίδας μου

 Είμαι σε ταξίδι, φεύγω.

Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Άνοιξη,

Και γω δεν κουράζομαι καθόλου

Αυτός ο δρόμος είναι ο δρόμος του Κουρδιστάν

 Είμαι σε ταξίδι, φεύγω.

 

 *************************

Αζάντ Ντιλζάρ

Η ΠΟΛΗ ΜΟΥ

(για το Χέβλερ) 

 

Η πόλη μου κοιμάται ύπνο βαθύ

είναι αργή έχει απομείνει στην ουρά της προόδου

κι ας είναι η πιο στον κόσμο αρχαία πόλη

τεσσάρων θεών μνημείο και μνήμα

κι ας τη διέσχισε

ο Ξενοφών με τους μύριους του

κι ας πολέμησαν εκεί ο Αλέξανδρος με το Δαρείο

κι ας κουβαλάει στην πλάτη της τέσσερις χιλιάδες χρόνια.

Ένα παιδί είναι η πόλη μου

που τώρα μαθαίνει να περπατά και να μιλάει.

Είναι χιλιάδες οι τρελοί και οι παράφρονες στην πόλη

μου οι άνεργοι και οι ζητιάνοι.

Πολλοί γεροδεμένοι νέοι λούστροι και χαμάληδες

κι αναμαλλιασμένοι δερβίσηδες.

Οι πιο πολλοί στην πόλη μου πεινάνε,

τους λείπει το ψωμί

κι ας είναι ξακουστό στον κόσμο όλο το στάρι της Καράγ .

Η πόλη μου στην αθλιότητα δεν έχει ταίρι

μοιάζει με μεθυσμένο που έπεσε

και παραμιλάει ανόητα.

Οι δρόμοι της είναι στενοί

δίχως αγάλματα

η πλατεία της γεμάτη πολύχρωμα λουλούδια

δίχως τόπο για το τραγούδι και χορό

οι νύχτες είναι γεμάτες τραγούδια.

Τα κορίτσια και τ’ αγόρια της είναι όμορφα

μα το φρούριο και το κάστρο της είναι ζοφερά

ανάμεσα στους μιναρέδες

μοιάζουν με χάρτινη σακούλα που βολοδέρνει στη θύελλα.

 

 

 ******************************

Ραφίκ Σαμπίρ

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΟΠΛΟΥ

 

Είχα έναν μικρό γαλάζιο ουρανό

Οι καταχτητές μου τον πυρπόλησαν

Είχα ένα ρυάκι κόκκινο αίμα

ένα σακουλάκι μελένια όνειρα

και λίγα βιβλία

Μου τα λεηλάτησαν.

 

Μα όταν ήρθαν

το δέρμα να μ’ αλλάξουν

και το πρόσωπο

ντύθηκα το χιόνι και τον κεραυνό

φορτώθηκα στον ώμο την πατρίδα

και πήρα το δρόμο του όπλου.

 

 ***************************

Αμπτουλά Πασέβ

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

 

Πέρασαν κιόλας τα δύο τρίτα της νύχτας

Κοιμήσου μωρό μου

Ακούμπησε το κεφαλάκι σου στα χέρια μου

Μην περιμένεις και μένα

Απόψε θα ξαγρυπνήσω

Δεν θα κοιμηθώ

Εσύ κοιμάσαι εύκολα

Η φύση πρόσωπο έχει αυστηρό και σκληρή ανάσα

Φοβάμαι πως ο ήχος του ανέμου

το καταύγασμα των δέντρων

και της βροχής η ορμή

-μη δώσει ο Θεός-

θα σε ξυπνήσουν ή θα λύσουν

τους μικρούς κρίκους στην αλυσίδα των ονείρων σου

Κοιμήσου μωρό μου

Ακούμπησε το κεφαλάκι σου στο χέρι μου

 Ξάπλωσε στην αγκαλιά μου

Μην περιμένεις εγώ να κοιμηθώ

θα αγρυπνώ από πάνω σου

Δεν θα κοιμηθώ.

 

 

 ***********************************

Μοχάμεντ Χάκι

 

ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ

Εκ…ρη… ξη…

Ακρωτηριασμένο χέρι παιδιού στον αέρα

Εύθραυστα πόδια ελαφίσια που σπάνε

Φτωχή πεταλούδα που σέρνεται στη σκόνη

Εκ… ρη… ξη…

Σπίτια που καταρρέουν

Σχολειά ισοπεδωμένα

Καλαμπόκι φλεγόμενο με χιλιάδες αναμμένες φωλιές.

Γέφυρες ανατιναγμένες

Πόλη καταστραμμένη, σε ερείπια.

Έκρηξη

αγωνία

που βογκά

που θρηνεί

Εκεί κοντά το δελτίο απ’ τον ασύρματο στριγκλίζει: «Επιτυχία!

Ο εχθρικός στόχος κατόπιν της επιθέσεώς μας κατεστράφη». 

 

 

 ************************************

Καμάλ Μιροντέλι

 

ΜΑΡΤΥΡΑΣ

Μάνα, μην πεις:

Ο γιος μου πέθανε μόνος

Εδώ είναι ένας ουρανός

Που με ξεπλένει με τη βροχή των ματιών του

 

Το φθινόπωρο φέρετρο μου ‘φτιαξε

Από τα κίτρινα φύλλα του

Και τούτη εδώ η γη

Ορθάνοιξε την αγκάλη της για μένα

Και μ’ έσφιξε στην καρδιά της

 

Όχι, μανούλα μου,

Μην πεις «0 γιος μου πέθανε μόνος»

Η γη που λάτρεψα σ’ όλη μου τη ζωή

Δέχεται το αίμα μου σταγόνα τη σταγόνα

Κι άσυλο κάνει για μένα την καρδιά της.

 

 

 

********************************

Φαράντ Σακαλί

ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ: Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

 

Τα βράδια όταν το φως

Εγκαλείπει τα μεθυσμένα, τα θλιμμένα σου παράθυρα

Κάθεσαι κάτω κι η εικόνα σου αντιγράφεται στο

       νοτισμένο τζάμι

Μετράς μια μια τις σταγόνες

Καθώς χτυπούν τα μεθυσμένα, τα θλιμμένα σου παράθυρα

Κοιτώντας μακριά.

Σκοτεινό αχνό μαντίλι ο ουρανός

Δεν έχει τόπο ούτε για ένα λουλούδι

Που θα πυροδοτήσει τα αισθήματά σου

Ανάβεις τα μάτια σου και βλέπεις

Πως η γη έχει γίνει σάλι κατακόκκινο σαν αίμα

Κι άκρη δεν έχει για ν’ ακουμπήσεις την καρδιά σου.

Το ξέρεις είσαι σίγουρος.

Ποια θα ‘ έρθει νύχτα ύστερα

Από τούτο το θλιμμένο βράδυ.

Το ξέρεις πως απόψε

Όλα σου τα όνειρα θα κρεμαστούν

Από τις φυλακές αυτής της πόλης

Και συ πρέπει να εκθέσεις όλους σου τους πόθους

Τις φιλοδοξίες σου όλες σαν παλιόρουχα

Στους τοίχους των μουσείων και των εκθέσεων

Για να στεγνώσουν

Με τις προϊστορικές αχτίνες.

Με τα οράματά σου που φτάνουν τόσο μακριά

θα επιθεωρήσεις τα βουνά και τις κοιλάδες

Όλους τους δρόμους και τις λεωφόρους αυτού του Χρόνου

 

Και θ’ αναρωτηθείς σε ποιο χωριό και σε ποια πόλη

Μπορεί να τον συνέλαβαν, να τον μαστίγωσαν,

Να τον χτύπησαν με τα κλομπ τους έως θανάτου.

Αναρωτιέσαι τούτη την ώρα

Σε ποιο σπίτι, σε ποιο δωμάτιο, σε ποιο κρεβάτι

Σαν κόκκινο μήλο το κορμί της μια κοπέλα

Χαρίζει στον αγαπημένο της.

Αναρωτιέσαι τώρα σε ποιον τόπο

Να υπάρχει κάποιος, ένας ανώνυμος κάποιος.

Που δεν μπορεί να βρει το δρόμο του.

Κανείς δεν τον γνωρίζει

Και δεν ακούνε τη φωνή του οι Ουρανοί.

Πουλιά οι σκέψεις σου κοπάδι που μεταναστεύει

από χώρα σε χώρα

από δάσος σε δάσος

Τώρα ή σε λίγο

θα κάτσουν στο καλώδιο

και θα πάψουν το κελάηδημα

Θα καταφύγουν σ’ ένα μακρύ νυχτερινό όνειρο

Στοχαστικά

Αναλογίζεσαι την καρδιά της σκέψης σου

Μετά –ο ορίζοντας της ελπίδας και του ονείρου σου

Ήταν ακόμα ρόδινος

Ήσουνα ριζοσπάστης

Έβαζες πόδι στον τόπο του αίματος και του θανάτου

Τσιγγάνος ήσουν

Και δεν μετρούσες τα σύνορα των εποχών

Δεν ήξερες τα όρια του ασύλου της ζωής.

Οι πύλες του θανάτου

η μέρα κι η νύχτα ήταν για σένα ένα.

Κάθομαι στο κατώφλι του παράθυρου της νύχτας

και μέσα από τη σήραγγα του σκότους

κοιτώ μια χαραμάδα φωτεινή

και τη φωνάζω.

Αχ, Κουρδιστάν,

Λίκνο του πόνου της δόξας της αγάπης

Χώρα του αίματος

Γη των πληγών

Κάθομαι στο παράθυρο της νύχτας

Και κοιτώ το μακρύ δρόμο του σκότους

Ίσως φυσήξει εδώ μέσα μια αύρα με το άρωμά σου

Ίσως απόψε να χάθηκαν ένας άγγελος

 

Ίσως να βρήκε το δρόμο του ως εδώ

Μ΄ ένα λευκό δαυλό

Που η λάμψη του μοιάζει με το φως

Των αστεριών στη χώρα μου.

Ονειρεύομαι

Εύχομαι απόψε να πέσει βροχή τόση

Που ν’ ανθίσουν όλα τα δέντρα

Που να μάθουν όλα τα πουλιά να τραγουδούν

Μέρα και νύχτα

Ίσως τότε μέσα στη μοναχική

Καρδιά μου ν’ ανοίξει ένα μπουμπούκι, ένα λουλούδι

Κάθομαι και σκέφτομαι.

Η καρδιά μου σύννεφο θα γίνει μακρινό

Βροχή θα γίνει σε ρόδινες βουνοκορφές

Και με το δειλινό θα γίνει ένα.

 

 

*************************************

Σαχίν Σορεκλί

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ

 

Τρεις φορές γεννήθηκα

Μια στο Κουρδιστάν

Χώρα κυβερνημένη από την καταστολή

Εκεί που δεν έχουν νόημα τα δικαιώματα του ανθρώπου

Εκεί που γράφεται με αίμα και φωτιά η ιστορία

Η δεύτερη γέννησή μου στη Βιέννη, 1965.

Όσο κι αν είναι όμορφη

Η Βιέννη δεν είχε και πολλά για μένα

Γιατί ‘μουν ξένος και χωρίς λεφτά

Άρχισε έτσι η περιπλάνησή μου

Μέχρι που έφτασα στην Μπογκενίλα

Τρίτη μου γέννηση: Οκτώβρης ‘68.

Σήμερα πίσω μου κοιτώ και βλέπω

Πόσα μου έδωσαν η Αυστραλία.

Όμως η καρδιά και το μυαλό μου φυλακίστηκαν

   στην πρώτη γέννησή μου.

Κάθε νύχτα ακούω τις κραυγές της μάνας μου από το μνήμα

Που με καλούν να μην ξεχάσω τα μνήματα

      του Κουρδιστάν .

Κάποτε ρώτησα: Γιατί τα μνήματα, μητέρα, γιατί τα μνήματα;

Και κείνη είπε: Το Κουρδιστάν στους τάφους ζει,

       παιδί μου.

Μόλις περνάνε τα μεσάνυχτα αφήνω το κορμί μου στο Σίδνεϋ

Και πάνω απ’ τους ωκεανούς πετάω στη χώρα της

      αγωνίας και των βασανιστηρίων

Όπου με τα μαρτύρια και με τους θανάτους

Κράτησαν οι Κούρδοι ένα έθνος ζωντανό.

Όμως στης μάνας μου το μνήμα σπάνια πηγαίνω

Γιατί στο Κουρδιστάν τάφοι υπάρχουν πολλοί.

Τάφοι κάθε λογής.

Απ’ τη Χαλάμπτσα στο Ντερσίμ,

   απ’ το Καρκούκ στο Άγκιρι,

Απ’ τη Μαχάμπατ στο Μποτάν ,

    απ’ το Χιουλέρ στο Τσούντι,

Οι σκοτωμένοι από τις δυνάμεις του κακού φωνάζουν

     όλο φωνάζουν

 

Και σε καλούν να δεις την πάλη τους μετά το θάνατο.

Με απογοήτευση και θλίψη γυρνώ στο Σίδνεϋ.

Εδώ και λίγες νύχτες ήρθε η μάνα μου ξανά

Και την ικέτεψα: Άσε με, μάνα, σε παρακαλώ,

Απάλλαξέ με από τα μνήματα του Κουρδιστάν για μια

     και μόνη νύχτα.

Βαθιά αναστενάζοντας με ρώτησε:

Μπορείς, αληθινά να κοιμηθείς, παιδί μου;

Φίλησε την ψυχή μου απαλά

Και την οδήγησε ξανά στο Κουρδιστάν .

Μάρτης 1992

 


 

 

 

 ******************************

Κεμάλ Μπουρκάϊ

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

 

Κάποτε τα παιδιά είναι ο κόσμος

Στο πρόσωπό τους, το μπλε του φθινοπώρου

Η βροχή πέφτει, ο ήλιος λάμπει μπροστά

Και κάποτε τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα

Σφαίρες απόσταση από την αγάπη μες.

 *****************************

 

 

Χουσεΐν Φερχάτ 

ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ


Το χάραμα φωτίζει την ανατολή

Ο αστυνόμος έρχεται λέει, το παιδί

Ένα παιδί βάζει το κεφάλι του μέσα στο πάπλωμα

Ένα παιδί φτύνει στο πάτωμα

Ο αστυνομικός έρχεται, λέει το παιδί

Ένα παιδί είχε βάλει μια πέτρα σε μια σφενδόνα

Ένα παιδί αρχίζει ξαφνικά να κλαίει

Ο αστυνόμος έρχεται, λέει ένα παιδί

Ένα παιδί φωνάζει « berde lo » (κουρδικά άφησε τον )

Ένα παιδί  (κατουριέται πάνω του