Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα-Ν.Βρεττάκος


Δὲ θὰ ξανάρθω πιὰ κοντά σου
νὰ μὴν ἀκούσεις τὸ ποτάμι
ποὺ μὲς στὸ στῆθος μου κυλᾷ.
Ἂν δεῖς τὸν ἥλιο νὰ σοῦ γνέφει
τὸν ἕσπερο νὰ σὲ ρωτᾷ,
βάλε τὰ σπάρτα τὰ μαλλιά σου
τὶς μυγδαλιὲς στὴν ἀγκαλιά σου
κι᾿ ἔβγα νυφούλα στὰ βουνὰ.
Ἔβγα νυφούλα στὰ βουνά,
κι᾿ ἂν σὲ ρωτήσουνε τ᾿ ἀλάφια,
ἂν σὲ ρωτήσουν τὰ πουλιά,
πές τους: θὰ βγῶ μὲ τὸ φεγγάρι,
μὲ τρεῖς ἀγγέλους συντροφιά!
Διπλὸ γαρύφαλλο στ᾿ ἀφτί μου,
ἡ μάνα μου καὶ τ᾿ ἄλογό μου,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κ᾿ ἑφτὰ παιδιά!

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσης
ὡς τὸ ἄλλο πρωί, ὡς τὸ ἄλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή,
Ἐδῶ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δίπλα,
μ᾿ ἕνα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρῶ μία πηγή.
πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνῶ μ᾿ ἕνα ψωμὶ στὴ μασχάλη.
Ἔχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε,
γιατὶ πάντοτε θὰ σοῦ γυρίζω μουσκεμένος.
Ἔχε ζεσταμένο στὰ γόνατά σου ἕνα πουκάμισο
κι ἔχε τὸ νοῦ σου στὴν πόρτα
καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστῶ, γιατί,
δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι ἄστρι, κάθε φορά,
ἀπὸ τὴν ἄκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου.

Ἡ βρύση τοῦ πουλιοῦ

Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πᾶρε μου ὅλες
τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,
τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,
νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν
οἱ γρῦλοι μία φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε
ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα.
Ὅπως ἡ βρύση τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη.
Νὰ γιομίζω μὲ τὸ μουρμούρισμά μου
τὴ μεγάλη κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ.
Νὰ θησαυρίζω τὰ νερὰ τῶν βροχῶν
καὶ τὶς ἀνταύγειες ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου.
Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι
κι ἕνας ἕνας νὰ προσπερνοῦν.
Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα,
τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου, τοῦ ἡλιογέρματος
τὸ γαρουφαλένιο ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,
τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου
καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Ὢ τί καλὰ πού ῾ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!