Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟ ΔΟΜΗΝΙΚΟ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟ




ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ο ΕΛΛΗΝΑΣ
Της Μίνας Παπανικολάου
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος γεννήθηκε το 1541 στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο) της Ενετοκρατούμενης Κρήτης, από εύπορους γονείς. Εκεί εκπαιδεύτηκε αρχικά ως αγιογράφος.
Ζωγράφος, γλύπτης και αρχιτέκτονας της Ισπανικής Αναγέννησης. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από την πατρίδα του, δημιουργώντας το κύριο σώμα του έργου του μακριά από αυτή. Εντούτοις η Κρήτη και η αγάπη του γι΄αυτή θα τον ακολουθεί έως το τέλος του.
Το 1567 ταξίδεψε στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία, για τη συνέχιση των σπουδών του στη ζωγραφική, όπου παρέμεινε επί τριετία και σύμφωνα με ορισμένους μελετητές μαθήτευσε στα εργαστήρια των ζωγράφων Μπασάνο, Τιντορέντο  και Τιτσιάνο. Άλλοι ισχυρίζονται πως δεν έγινε αποδεκτός από αυτούς διότι δεν ήταν αποδεκτή η Βυζαντινή σχολή από την οποία προερχόταν ο Δομήνικος.
Αντιθέτως έγινε αποδεκτός και μαθήτευσε δίπλα στον Ιάκωβο Δαπόντε στο Μπασάνο για δέκα ολόκληρα χρόνια.
Υιοθετώντας στοιχεία από τον μανιερισμό, ζωγραφίζει κατά παραγγελία όπως «Ο Διωγμός των εμπόρων από το Ναό» αλλά και για δική του ευχαρίστηση. Οι πίνακες που φιλοτέχνησε στην Ιταλία ακολούθησαν τα αναγεννησιακά πρότυπα του 16ου αιώνα (3)
Το 1570 εγκατέλειψε τη Βενετία και πήγε να εργαστεί στη Ρώμη. Στην Αιώνια Πόλη διεύρυνε τον κύκλο των γνωριμιών του και απέκτησε τέτοια αυτοπεποίθηση για την τέχνη του, ώστε να υποστηρίξει ότι αν καταστρέφονταν οι τοιχογραφίες της «Καπέλα Σιξτίνα» που είχε ζωγραφίσει ο Μιχαήλ Άγγελος, θα μπορούσε αυτός να κάμει καλύτερες. Η παρατήρησή του αυτή θεωρήθηκε τότε βλασφημία και επιτάχυνε την απόφασή του να εγκαταλείψει τη Ρώμη και σε συνδυασμό με τις γνωριμίες του στον κύκλο των Ισπανών ευγενών της Ρώμης να εγκατασταθεί αρχικά στη Μαδρίτη (1576) και τον επόμενο χρόνο στο Τολέδο, πόλη που αποτελούσε τότε θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο της Ισπανίας.(4)
Στην ισπανική αυτή πόλη η καλλιτεχνική του παραγωγή έφθασε στην κορύφωσή της. Διακόσμησε με πίνακες τον ναό του Αγίου Δομηνίκου, το ανάκτορο του Εσκοριάλ και τη μητρόπολη του Τολέδου. Σπουδαίοι πίνακες του είναι η «Ανάληψη της Θεοτόκου», «Η Αγία Τριάδα», «Η Ανάσταση του Σωτήρος», «Το μαρτύριο του Χριστού», «Εσπόλιο» (σκηνή από τα πάθη του Χριστού), «Ο Λαοκόων» και «Η Πεντηκοστή».
Το 1578 θα αποκτήσει το μοναδικό του παιδί, τον Χόρχε Μανουέλ, από τη σχέση του με τη δόνα Χερόνιμα δε λας Κουέβας, με την οποία θα ζήσει αλλά δεν θα παντρευτεί.
Για πολλά χρόνια το όνομά του έμεινε στην αφάνεια και οι πίνακές του σε εκκλησίες και παλάτια της Ιταλίας και της Ισπανίας θεωρούνταν ως έργα κάποιου τρελού. Από τις αρχές του 20ου αιώνα το έργο του άρχισε να αναγνωρίζεται και σήμερα θεωρείται ένας από τους κορυφαίους εικαστικούς καλλιτέχνες όλων των εποχών, που επηρέασε ζωγράφους της μοντέρνας τέχνης, όπως ο Σεζάν και ο Πάμπλο Πικάσο ο οποίος ανακάλυψε ξανά τους μανιεριστές και την τεχνοτροπία τους μέσα από τα έργα του Γκρέκο.
Πίνακες του Γκρέκο κοσμούν τα μεγαλύτερα μουσεία και ιδιωτικές συλλογές και η αξία κάποιων από αυτούς είναι αμύθητη. Στη χώρα μας υπάρχουν έξι έργα του Θεοτοκόπουλου: «Ο Άγιος Λουκάς ζωγραφίζει την Παναγία» και «Η Προσκύνηση των Μάγων» (Μουσείο Μπενάκη), «Στέψη της Θεοτόκου» και «Η Συναυλία των Αγγέλων» (Εθνική Πινακοθήκη), «Βάπτιση του Χριστού» και «Άποψη του Όρους και της Μονής Σινά» (Ιστορικό Μουσείο Κρήτης).(1)
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος πέθανε στις 7 Απριλίου του 1614 σε ηλικία 73 ετών και τάφηκε στο ναό του Αγίου Δομήνικου στο Τολέδο, αφήνοντας πίσω του ένα ανεκτίμητο έργο...
Σε απογραφή που συνέταξε ο γιος του μετά το θάνατο τού Γκρέκο, αναφέρονταν 143 ολοκληρωμένοι πίνακες, 45 γύψινα ή πήλινα προπλάσματα, 150 σχέδια, 30 σχέδια για ρετάμπλ καθώς και 200 χαρακτικά έργα.
Το 1908 ολοκληρώθηκε ο πρώτος αναλυτικός κατάλογος έργων του, από τον Ισπανό ιστορικό τέχνης Manuel Bartolomé Cossío. Με την άνθιση του εξπρεσιονισμού κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, το έργο του Γκρέκο θεωρήθηκε προδρομικό τού ρεύματος αυτού και σταδιακά επανεξετάστηκε αποκτώντας τελικά την εξέχουσα θέση που διατηρεί ως σήμερα στην ιστορία της τέχνης.
Το 2014 ανακηρύχθηκε έτος Ελ Γκρέκο στην Ισπανία.
Η Ελλάδα τον τίμησε και αυτή, κηρύσσοντας το 2014 έτος Ελ Γκρέκο με  τρεις εκθέσεις στην Αθήνα: Τέχνη και κοινωνία στην Κρήτη, τα χρόνια του Θεοτοκόπουλου στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Η ναυμαχία της Ναυπάκτου και ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και Ο φιλικός κύκλος του Γκρέκο στο Τολέδο στο Μουσείο Μπενάκη.

Ο  Νίκος Καζαντζάκης, στο αυτοβιογραφικό έργο του Αναφορά στον Γκρέκο γράφει:
Γύριζα όλη μέρα στα στενά δρομάκια του Τολέδου, οσμιζόμουν θειάφι, σαν να 'χε πέσει κεραυνός, σαν να 'χε διαβεί λιόντας και μύριζε θεριό ο αγέρας, τρεις και πάνω αιώνες ύστερα από το πέρασμά σου. Τι τρομάρα, τι χαρά να περπατάς και να νιώθεις μία μεγάλη ψυχή να καταχτυπάει τα φτερά της από πάνω σου!


                             ****************************
 Συνήθως οι βιογραφίες επικεντρώνονται στα παραπάνω στοιχεία. Γέννηση, βίος, έργο, θάνατος. Η προσέγγιση καλλιτεχνών του επιπέδου του Γκρέκο, απαιτεί κάτι περισσότερο από την απλή αναφορά δεδομένων που αφορούν στα ληξιαρχεία και τους καταλόγους των μουσείων. Η τέχνη, εξάλλου, αφορά όλους μας, γνώστες, ειδικούς και μη, με έναν τρόπο που λειτουργεί υποδόρια, μακροχρόνια και ανατρεπτικά, μας  αγγίζει, ταυτιζόμαστε, ή απομακρυνόμαστε από αυτή.
Πολύς λόγος έχει γίνει για το έργο του Γκρέκο, αμφιλεγόμενο στην εποχή του καθώς  θεωρήθηκε ανατρεπτικό, εκτιμήθηκε και προωθήθηκε περισσότερο από τους λόγιους, ουμανιστές και διανοούμενους και λιγότερο από το καλλιτεχνικό κατεστημένο.
Αγνοήθηκε για μία περίοδο περίπου τετρακοσίων ετών. 
Δεν υπήρξαν μιμητές του και μόνο ο γιος του φρόντισε για την αναπαραγωγή ορισμένων από τις πιο γνωστές συνθέσεις του.
 Στη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, ο Γκρέκο τοποθετούνταν στην Ιταλική σχολή, έχοντας τη φήμη ενός ζωγράφου με τάσεις εκκεντρικότητας, στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, αλλά και με περιφρόνηση απέναντι στους καθιερωμένους κανόνες. 
Για αρκετούς ιστορικούς, η τέχνη του Γκρέκο συνδέθηκε με το πνεύμα της Αντιμεταρρύθμισης, θεώρηση που συγκρούεται ή συμπληρώνεται με άλλες ερμηνείες, κυρίως Ελλήνων μελετητών του, που τονίζουν τη σημασία των βυζαντινών στοιχείων στην τέχνη του. Άλλοι ερευνητές, με βάση τις γραπτές σημειώσεις του Γκρέκο,[vii] τονίζουν περισσότερο την εικόνα ενός ζωγράφου με φιλοσοφικές αναζητήσεις (συνδεόμενο ειδικότερα με τις νεοπλατωνικές ιδέες), αποκομμένος από τα θρησκευτικά ζητήματα της εποχής και απασχολούμενος κυρίως με αισθητικά προβλήματα, σε σχέση με την διερεύνηση και απόδοση του φυσικού κόσμου μέσα από τη ζωγραφική.
Για τον Γάλλο ποιητή Θεόφιλο Γκωτιέ – έναν από τους πρώτους που εξέφρασαν θαυμασμό για το ύστερο έργο του Γκρέκο – θεωρήθηκε πρόγονος του ρομαντικού κινήματος στην αναζήτηση του παράδοξου ή του ακραίου.
Πιο πρόσφατα το 1912, ο επίσης ποιητής,  Ράινερ Μαρία Ρίλκε επηρεασμένος από τα έργα του Θεοτοκόπουλου θεωρείται πως γράφει τα ποιήματά του Himmelfahrt Mariae I-II βασισμένα στην Άμωμη Σύλληψη (1607-13, Μουσείο Σάντα Κρουθ) του Γκρέκο αποδεικνύοντας πως ο χρόνος είναι μια ασήμαντη μονάδα  μέτρησης που δεν τον αναγνωρίζουν οι εκλεκτικές πνευματικές συγγένειες.



H Κοίμηση της Μαρίας
Ι.
Ο ίδιος μέγας Άγγελος, που κάποτε της έφερε
το άγγελμα της Σύλληψης, στεκόταν στο δωμάτιο,
προσμένοντας το βλέμμα της πάνω του να γυρίσει
και είπε: ο καιρός της Αναλήψεώς σου ήλθε.
Κι εκείνη τρόμαξε όπως τότε
 πάλι πρόσφερε τον εαυτό της:
κι έγειρε, σαν υπηρέτρια, μπροστά του το κεφάλι.
Μα Εκείνος έλαμπε και όλο πλησιάζοντας
χάθηκε, λες, στο πρόσωπό της -
και κάλεσε τους Μαθητές, απ' όπου είχαν σκορπίσει,
να μαζευτούν στο Σπίτι στην πλαγιά:
στου Μυστικού Δείπνου το Σπίτι.
Και ήλθαν όλο δισταγμό και μπήκαν φοβισμένοι:
κειτόταν εκεί, στο στενό κρεβάτι, μες στον Χαμό
και την περιούσια Εκλογή, η αινιγματικά βυθισμένη,
ολότελα αγνή, σαν κάθε τι ανέγγιχτο,
κι απ' των Αγγέλων τους ψαλμούς συνεπαρμένη.
Μα όταν είδε να προσμένουν όλοι, πίσω από τα κεριά τους,
βγήκε απ' την πλημμύρα των φωνών
και χάρισε -με όλη την καρδιά της-
τα δύο φορέματά της˙
κι ύστερα σήκωσε το πρόσωπο και τους κοίταξε: έναν-έναν...
(Ω πηγή ανώνυμων δακρύων).
Και ξάπλωσε μέσα στην ανημποριά της
κι έσυρε χαμηλά τον Ουρανό τόσο κοντά στην Ιερουσαλήμ,
ώστε, το σώμα αφήνοντας η ψυχή της
ελάχιστη απόσταση χρειαζόταν να διανύσει:
κι Αυτός που γνώριζε την πλήρη ύπαρξη της,
ήδη την ύψωνε στη θεϊκή της φύση.


Μεγαλούργησε αλλά μέσα στην αμφισβήτηση της αυστηρής Αναγέννησης, τους περιορισμούς της Ιεράς Εξέτασης, τη λογοκρισία των δόγηδων της γενιάς του.
Ο καθηγητής ρητορικής και μοναχός  Ορτένσιο Φέλιξ Παραβιθίνιο αναφέρει πως: «ζωή πήρε από την Κρήτη και χρωστήρες, πιο ωραία πατρίδα βρήκε στο Τολέδο, απ' όπου ξεκινά την αιωνιότητα να κατακτήσει, διά του θανάτου» (5)
Σύμφωνα με την  φιλόλογο-ιστορικό Μαρία Ηλιάδη(2), το έργο του Γκρέκο είναι αποτέλεσμα των επιρροών που δέχθηκε ο ζωγράφος από τα καλλιτεχνικά ρεύματα, τις θρησκευτικές  συνθήκες των χωρών στις οποίες έζησε και δημιούργησε, ενώ θέματα αντλούσε κυρίως από την Καινή Διαθήκη και τα βιβλικά γεγονότα. «Δημιουργεί τραγικές μορφές αναδεικνύοντας την ψυχική θλίψη του ανθρώπου που αρνείται τις επίγειες χαρές» (Μ.Ηλιάδη)
Όπως τονίζει χαρακτηριστικά «κι άλλοι έζησαν σε αυτές τις ίδιες συνθήκες αλλά μόνο το πνεύμα του Γκρέκο  βρέθηκε κατάλληλο για να δώσει την καλλιτεχνική έκφραση της περιόδου και να την ερμηνεύσει με το δικό του βαθύτατα προσωπικό κι απαράμιλλο τρόπο» .
Η Αναγέννηση με τους αυστηρά προκαθορισμένους τρόπους απόδοσης στα ζωγραφικά έργα, των προσώπων, των σκηνών, των τοπίων, είχε κορεστεί. Ο Μανιερισμός βρίσκει έδαφος προετοιμάζοντας την εμφάνιση του Μπαρόκ.
Για τον ιστοριογράφο Τζόρτζιο Βαζάρι, η Μανιέρα είναι πάντα κάτι το οποίο αντιτίθεται στην πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας και περιέχει το προσωπικό ιδίωμα του καλλιτέχνη.
Τόσ προσωπικό και παγκόσμιο συνάμα όσο στο έργο του Θεοτοκόπουλου.
Τα χρώματα ζωηρεύουν, το φως εντείνεται έναντι της σκιάς κι ο Γκρέκο εντάσσεται σε αυτό το ρεύμα, όχι αμέσως αλλά ούτε  πλήρως απελευθερωμένος από τα προηγούμενα ρεύματα, όπως η Βυζαντινή τεχνοτροπία.Σταδιακά όμως, καταλήγει στην ωριμότερη φάση της ζωγραφικής του στο Τολέδο. Εδώ, τα έργα του αποκτούν τη χαρακτηριστική μορφή που τον κατέστησε μοναδικό. Οι μορφές του  βρίσκονται μέσα στην έκσταση που τα θέματά του απαιτούν. Εξαϋλώνονται, επιμηκύνονται χωρίς να τηρούν αυστηρά αρμονικές φόρμες, μετεωρίζονται, γίνονται ακαθόριστες, γίνονται οπτασίες, αποτυπώνουν το όραμα του ίδιου του Γκρέκο για την ζωή, το θάνατο, το δράμα, τη θυσία.
Πολύς λόγος έγινε για το πώς ο Θεοτοκόπουλος  αξιοποίησε το φως στα έργα του. Έτσι, ενώ δεν υποτιμά τη σκιά, δημιουργεί μεγάλες επιφάνειες είτε στα ρούχα είτε στα πρόσωπα τα οποία φωτίζει επιμελώς και αδιαλείπτως, μυστικιστικά και πνευματικά. 
Το συμβολικό στοιχείο είναι διάχυτο και αντανακλάται μέσα από τον τελετουργικό χαρακτήρα των παραστάσεων και την έντονη ιεραρχία όπου κατάφερνε να ενώσει σταδιακά το γήινο με το υπερβατό.
Τα σώματα προσομοιάζουν με φλόγες εντούτοις είναι αφύσικος ο τρόπος που φωτοσκιάζονται, καθώς δεν έχουν ως κέντρο και πηγή του φωτός τον ήλιο αλλά την εσωτερικότητα της ψυχής του ίδιου του δημιουργού και των μορφών που απεικονίζει.
 Εντός του φωτός του πνεύματος, χωρίς να αρνείται το βίωμα, μα έξω από τα γήινα, στα μεταφυσικά, όπως αρμόζει στον άνθρωπο να διάγει το βίο του, με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό.
Έτσι, τονίζεται το υπερφυσικό έναντι του φυσικού φωτός.
Και μήπως το φως του πνεύματος στην τελειότερη μορφή του, δεν είναι υπερφυσικό; Και μήπως το ύψος του πνεύματος του ανθρώπου δεν ξεκινά από εκεί που τελειώνει το μπόι του;;!!


Το πνεύμα αφορά την άυλη πλευρά του ανθρώπου, πέρα από τη ζωή και το θάνατο. Η πνευματικότητα προϋποθέτει ζωή, βίωμα, θέση απέναντι στα καίρια υπαρξιακά ερωτήματα (νόημα, σκοπός και όρια της ανθρώπινης ύπαρξης) που ταλανίζουν ή θάπρεπε να προβληματίζουν τον άνθρωπο.
Οι ορισμοί της πνευματικότητας είναι πολλοί και συχνά καταλήγουν σε ασάφεια καθώς η αυθεντική πνευματικότητα αφορά την προσωπική πορεία και την αναγνώριση του ατομικού και του θείου,  του υλικού και του άυλου, θεμάτων δηλαδή  που άπτονται  υποκειμενικών παραμέτρων όπως η ατομικότητα, η ψυχή, το πνεύμα, η συνείδηση, η συλλογικότητα, η γαλήνη, η ευρύτητα του πνεύματος, η προσήνεια, η αγάπη.
Τα έργα του Θεοτοκόπουλου μεγεθύνουν αυτή ακριβώς την πλευρά των μορφών με την μη αξιοποίηση του φυσικού φωτός και  αναδεικνύοντας την διαρκή αναζήτηση του ανθρώπου στην συνάντησή του με το Θείο, μέσα από τη θλίψη, το δράμα, τη θυσία. Τον πόνο, με άλλα λόγια, που απορρέει απ’ την ειλικρινή αναζήτηση και εύρεση της μιας Αλήθειας που ενυπάρχει στον άνθρωπο και καταλήγει στη θέωση εντός του παρόντος κόσμου. 

Ἴσως τὸ φῶς θἆναι μιὰ νέα τυραννία. Ποιὸς ξέρει τί καινούργια πράγματα θὰ δείξει. 
- Κωνσταντίνος Καβάφης

Παρατηρώντας σε όλη την Ευρώπη μια προσπάθεια αναβίωσης του Διαφωτισμού έναντι του Αναγέννησης, δεν είναι διόλου παράξενο που καλλιτέχνες όπως ο Γκρέκο ξανα-ανακαλύπτονται, 
ξανά-μελετώνται και επαναδιαπραγματεύονται την πνευματική τους ταυτότητα και υπόσταση απέναντι σε έναν κόσμο που απορεί και αγωνιά καθώς αναζητά και πάλι το εσωτερικό του φως που δεν θα προέρχεται από τον ήλιο αλλά από το πνεύμα. 
Ο συμβολισμός είναι ξεκάθαρος, τα σώματα, η ύλη δηλαδή αποκτά πνεύμα και πνευματικότητα μέσα από την επανατοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στο Θείο και το Ανθρώπινο.
Δεν είναι τυχαία,  κατ΄ εμέ, το 2014 έτος του Γκρέκο, δεν είναι δηλαδή συμπτωματική η εκφρασμένη ευθύνη αναγνώρισης του έργου του από την πολιτεία.
Σηματοδοτεί μεταξύ άλλων γεγονότων σε όλη την Ευρώπη την σύγκρουση που διαφαίνεται οριστικά πλέον  μεταξύ φωτός και σκότους, πειθαρχίας και επανάστασης, ελευθερίας και φίμωσης. Ειλικρινά πιστεύω πως η τέχνη δεν κάνει επαναστάσεις, μπορεί  όμως να  τις εκφράσει.


*******************************

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΗΓΕΣ
2.  http://www.netschoolbook.gr/renimages/elgreco5.html
3. Greco, El. (2007). EncyclopædiaBritannica
4. Λαμπράκη-Πλάκα, 43-44 και M. Scholz-Hänsel, 57
5. M. Scholz-Hänsel, 83.


Σημείωση: πατήστε στους συνδέσμους ώστε να μεταφερθείτε σε σελίδες για περαιτέρω μελέτη



Δημοσίευση σχολίου