Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Πάνω σὲ μιὰ χειμωνιάτικη ἀχτῖνα- Γ.Σεφέρης

 

«Εἶπες ἐδῶ καὶ χρόνια:
«Κατὰ βάθος εἶμαι ζήτημα φωτός».
Καὶ τώρα ἀκόμη σὰν ἀκουμπᾷς
στὶς φαρδιὲς ὠμοπλάτες τοῦ ὕπνου
ἀκόμη κι ὅταν σὲ ποντίζουν
στὸ ναρκωμένο στῆθος τοῦ πελάγου
ψάχνεις γωνιὲς ὅπου τὸ μαῦρο
ἔχει τριφτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει
ἀναζητᾷς ψηλαφητὰ τὴ λόγχη
τὴν ὁρισμένη νὰ τρυπήσει τὴν καρδιά σου
γιὰ νὰ τὴν ἀνοίξει στὸ φῶς.

Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ-Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μοῦ τὰ πῆραν.
Ἔτυχε νά ῾ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει τὸ κυνῆγι
εἴταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.

Μὴ μοῦ μιλᾷς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ
μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα
ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της
δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια
ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.

Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ
ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσια τοῦ ἥλιου,
κεντοῦν παραθυρόφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες
γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα
ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,
ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν
μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν
ἢ ποὺ χαθῆκαν, τώρα ποὺ ἔγινε
ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.

Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,
θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους
καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω ἀκόμη
καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς
μ᾿ ἕνα κρεββάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τὴ βραδινὴν ἀράχνη συλλογιέμαι
πὼς κάποιος ἑτοιμάζεται νὰ ῾ρθεῖ, πὼς τὸν στολίζουν
μ᾿ ἄσπρα καὶ μαῦρα ροῦχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα
καὶ γύρω του μιλοῦν σιγὰ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιὰ καὶ σκοτεινὲς δαντέλες,
πὼς ἑτοιμάζεται νὰ ῾ρθεῖ νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσει

ἢ μία γυναῖκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας ἀπὸ λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακοῦσες Ἀλεξάντρεια,
ἀπὸ κλειστὲς πολιτεῖες σὰν τὰ ζεστὰ παραθυρόφυλλα,
μὲ ἀρώματα χρυσῶν καρπῶν καὶ βότανα,
πῶς ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ χωρὶς νὰ βλέπει
ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν κάτω ἀπ᾿ τὴ σκάλα.

Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

" ΚΥΠΡΟΣ-ΚΡΗΤΗ 2011"- η έκθεση φωτογραφίας στα Χανιά


Μια όμορφη σύμπτωση και ευτυχής συγκυρία με οδήγησε σήμερα 6 Οκτώβρη, στην είσοδο της έκθεσης φωτογραφίας που αποτελεί αποτέλεσμα του διαγωνισμού φωτογραφίας "Κύπρος-Κρήτη 2011" και διοργανώθηκε από τον Φωτογραφικό Όμιλο ΤΕΥ-ΑΤΗΚ (Κύπρος) σε συνεργασία με την ΛΕ.Φ.ΚΙ. Χανίων, το Πολιτιστικό Κέντρο εργαζομένων ΟΤΕ Χανίων και την Ε.Φ.Ε.  Κρήτης.



Τα θέματα της έκθεσης είναι τρία, όπως ήταν και τα μέρη του διαγωνισμού:
1.Ελεύθερο 2.Αρχιτεκτονική  3. Ανθρώπινες σχέσεις
****************************
Σε περίοπτη θέση εκτίθενται τα βραβευμένα έργα όλων των κατηγοριών


Η έκθεση πραγματοποιήθηκε πρώτα στην Κύπρο τον Μάιο του 2011 
και από 1 Οκτωβρίου έχει ανοίξει τις πύλες της για το κοινό των Χανίων .


Χώρος: ΝΕΩΡΙΟ-ΜΟΡΟ, υπό την αιγίδα του Ιστιοπλοϊκού Ομίλου Χανίων

                                         Το Νοέμβριο  η έκθεση  θα μεταφερθεί στο Ηράκλειο.












Ο Φάρος-Χανιά ( 6/10/11-φωτογραφία Μ.Π.)

(Για περισσότερες πληροφορίες:www.lefkichania.gr)

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Το Τραγούδι του Εαυτού μου (Song of Myself) -Walt Whitman



Πιστεύω σε σένα ψυχή μου, ότι άλλο είμαι δεν πρέπει να ταπεινωθεί σε σένα,
Και εσύ δεν πρέπει να ταπεινωθείς σε εκείνο,

Τεμπέλιασε μαζί μου στη χλόη, χαλάρωσε το φράξιμο από το λαιμό σου,
Οχι λέξεις, όχι μουσική ή ρίμα, δεν θέλω, όχι συνήθεια ή νουθεσία, ούτε καν τις καλύτερες,
Μόνο η ηρεμία μου αρέσει, ο βόμβος απ' τη βαλβίδα της φωνής σου.

Αναπολώ πως κάποτε ξαπλώναμε, ένα τέτοιο διάφανο εαρινό πρωινό,
Πώς κούρνιαζες το κεφάλι σου μέσα στους γοφούς μου και μαλακά γυρνούσες ξανά πάνω μου,
Και απομάκρυνες το πουκάμισο από το στέρνο μου, και βύθιζες τη γλώσσα σου στην απογυμνωμένη καρδιά μου,
Και απλωνόσουν ώσπου να αγγίξεις τα γένια μου, και απλωνόσουν ώσπου να φτάσεις τα πόδια μου.

Έξαφνα αποκαλυπτόταν και ξεδιπλωνόταν γύρω μου γαλήνη και γνώση που υπερβαίνουν κάθε συζήτηση στη γη,
Και ξέρω πως το χέρι του Θεού είναι η επαγγελία του δικού μου,
Και ξέρω πως το πνεύμα του Θεού είναι ο αδερφός του δικού μου,
Και πως όλοι οι άντρες που γεννήθηκαν ποτέ, είναι και αδερφοί μου, και οι γυναίκες αδερφές και ερωμένες μου,
Και πως εσωτρόποιο της δημιουργίας είναι η αγάπη,
και απεριόριστα είναι τα αλύγιστα φύλλα ή αυτά που μαραίνονται στους αγρούς,
Και κάτω από εκείνα καφετιά μυρμήγκια είναι μέσα στα μικρά πηγάδια,
Και βρυώδη περιβλήματα στο σπειρωτό φράχτη, στοιβαγμένες πέτρες, αφροξυλιά, φλόμος και αγριοσταφίδα.

Στρατής Παρέλης-"Φεγγάρι δρασκελά τα σκαλοπάτια του Αύγουστου"

                   

  "Φεγγάρι δρασκελά τα σκαλοπάτια του Αύγουστου"



Φεγγάρι που βαφτίζεται στις γούρνες του καλοκαιριού..
Μέσα στον ύπνο μου χίλια λουλούδια κόκκινα
Ηχούν και αντηχούν όπως η μέρα τα ποτίζει έξαψη.
Στου ονείρου τα ρηχά σε βρίσκω και σε χάνω
Πεταλούδα θεότρελη, νίκη σε όλα, χαρά μου
Φτάνω από σένα ως το μέλλον των χελιδονιών
Και διαβάζω σωστά την γαλήνη.
Εμφύλιες μάχες δίνονται απ’ των εντόμων τους ατίθασους στρατούς
Εμφύλια πολεμά και μένα η καρδιά μου
Ενώ το φως σιγά σιγά ανέρχεται
Και φαίνεται και πάλι ο βίος θα καρπίσει.
Παράπονό μου λυρικό και αρμενάκι του πελάγου
Έτσι που πιάνει η μέρα και των άστρων τα πλεούμενα
Αποτραβιούνται μες τον μέγα ουρανό
Άσε με να σε μάθω όπως τα δίχτυα ανασύρεις από μια καλή ψαριά
Στίχων που είναι να χαρίσω σε όλους..

10.8.2011

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης-Θερμοπύλες

Θερμοπύλες

Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των
όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες•
δίκαιοι κ' ίσιοι σ' όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ' ευσπλαχνία•
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε•
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ' οι Μήδοι επι τέλους θα διαβούνε.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1903)



Αργύρης Χιόνης

  πηγή: ΒΑΚΧΙΚΟΝ

Το δωμάτιο άδειο. Πάνω απ΄το κεφάλι μου κρεμότανε μία λέξη απαστράπτουσα κι απειλητική σαν σπάθη. Όπου πήγαινα πήγαινε, όπου στεκόμουν στεκόταν. Πριν προλάβω να τη δέσω στο ποίημα, σκέφτηκα, θα μου κόψει το σβέρκο.
@  @  @
Υπάρχουν άλογα που συνεχίζουν να καλπάζουν ακόμα κι όταν είναι ξαπλωμένα στο γρασίδι.

Από τα «Εσωτικά τοπία» του 1991 και μετά ο ποιητής δεν επιστρέφει ποτέ ξανά σε σχήματα του παρελθόντος. Σχεδόν προφητικός, έχει γίνει ξανά ένας νέος του 21ου αιώνα, ο οποίος μιλάει σε ρυθμούς ραπ και χιπ χοπ, δημιουργεί μότο που εμπεριέχουν τη δύναμη του διαφημιστικού μηνύματος ή του συνθήματος στο πανό μιας πορείας, καταγράφει αλκοολούχα σφηνάκια που τα πίνεις απανωτά όρθιος σε ένα μεθυστικό μπαρ, για να επαναπροσδιορίσεις το πώς αντικρίζεις τον κόσμο. Ξαναλέω ότι δε μιλάμε ούτε για επιπολαιότητα, ούτε για επιφανειακότητα. Η προκατάληψη της ταύτισης της νεανικής αίσθησης με αυτά τα στοιχεία είναι μάλλον συντηρητική και σίγουρα φοβική.
Ξαναδιαλέγω στίχους:
Όταν πεθαίνει ο νεκροθάφτης, άλλοι νεκροθάφτες τον κηδεύουνε. Εμένα ωστόσο μου αρέσει να φαντάζομαι ότι στην τελευταία του κατοικία τον οδηγούνε οι νεκροί που ο ίδιος έθαψε όσο ζούσε, εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες που τους πρόσφερε, ή ακόμα ότι μόνος του, με το αργό, επίσημό του βήμα, μεταφέρει τον εαυτό του ως το μνήμα όπου χώνεται και από πάνω του τραβά το χώμα σαν κουβέρτα. 

@  @  @
Βαρύ φορτίο για τον άνθρωπο η ψυχή, αφάνταστα βαρύ για τόσο αδύναμο σκαρί. Πάλι καλά που το ταξίδι δεν κρατά πολύ.
@  @  @
Μονάχα όταν τρώμε ή κοιμόμαστε δεν επιχειρούμε πράγματα που μας ξεπερνούν. Μονάχα τότε δεν διαπράττουμε το αμάρτημα της έπαρσης. Κι ίσως, ακόμα, όταν ερωτευόμαστε απλά, σαν ζώα.
@  @  @
Κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων μέσα σ΄ένα πηγάδι
@  @  @
Προσπαθώντας να συνθέσει ένα ποίημα στη γραφομηχανή, ανακαλύπτει, ξαφνικά, ότι ματώνουν τ΄ακροδάχτυλά του. Τα πλήκτρα έχουν γίνει αιχμηρά, οι λέξεις έχουν βγάλει αγκάθια, οι φράσεις φράχτες βάτων γίνανε, άβατος τόπος έγινε το ποίημα, μούλιασε το χαρτί στο αίμα.
«Αυτό δεν είναι ποίηση» σκέφτεται, «αυτό είναι σφαγή», κι αποφασίζει να εγκαταλείψει τη δολοφόνο μηχανή και να επιστρέψει στο μολύβι. Όμως κι αυτό δεν είναι επικίνδυνο; Κι αυτό δεν απειλούσε να τιναχτεί από το χέρι του, τα μάτια να του βγάλει;
Μονάχα με το δάχτυλο θα γράφει, στο εξής, τα ποιήματά του, μονάχα με το δάχτυλο, πάνω στην άμμο ή στο χιόνι ή στη σκόνη.
*****************************
Πέφτεις απ΄το κλαδί και κλαις. Γιατί; Δεν το ‘ξερες πως είσαι φύλλο;


της Μαίρης Αλεξοπούλου